Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2007

Άρθρο 16 και Κοινωνικός Μισθός

Το παρακάτω κείμενο γράφτηκε και διανεμήθηκε στη Θεσσαλονίκη κατά τις περσινές κινητοποιήσεις των φοιτητών ενάντια στο Άρθρο 16 και το νόμο-πλαίσιο.



Η Αναθεώρηση του Άρθρου 16 χτυπά τον «κοινωνικό» μισθό μας

Αυτό που ζούμε σήμερα, η προσπάθεια Συνταγματικής Αναθεώρησης του άρθρου 16, έχει ένα διπλό στόχο: καταρχήν, την επίσημη θεσμοθέτηση και εισαγωγή των Ιδιωτικών Πανεπιστημίων, και έτσι τη δημιουργία μιας «Αγοράς Πανεπιστημιακών Σπουδών». Δεύτερον και κυριότερο, μέσω της «νέας Αγοράς Πανεπιστημιακών Σπουδών» και του προωθούμενου νέου νόμου-πλαισίου, την αύξηση της πίεσης στα Δημόσια Πανεπιστήμια να «ιδιωτικοποιήσουν» το καθεστώς τους, να λειτουργήσουν σαν επιχειρήσεις. Μάλιστα, αυτός ο δεύτερος σκοπός, η λειτουργία των Πανεπιστημίων σαν επιχειρήσεις, είναι κάτι που ήδη έχει επιτευχθεί ως ένα βαθμό, μια διαδικασία που έχει ξεκινήσει «υπόκωφα» εδώ και 10 χρόνια τουλάχιστον.

Σκοπός αυτού του κειμένου δεν είναι να συζητήσουμε για τις δύο παραπάνω πτυχές της «μεταρρύθμισης» που προωθείται στα Πανεπιστήμια, για τις οποίες πολλά έχουν γραφτεί και ειπωθεί. Εμείς θέλουμε να τονίσουμε κάτι άλλο: το πώς όλη αυτή η ιστορία, η Αναθεώρηση του άρθρου 16 και ο νόμος-πλαίσιο, αφορούν τελικά τον κάθε μισθωτό, τον κάθε άνεργο, ακόμα και αυτούς που δεν έχουν παιδιά που σπουδάζουν, που δεν είναι γονείς. Θέλουμε να φωτίσουμε το γεγονός πως η «Ιδιωτικοποίηση» της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης είναι μια (ακόμα) κίνηση μείωσης των δημοσίων, κοινωνικών δαπανών. Είναι μια προσπάθεια «μετακύλισης» του κόστους των κοινωνικών υπηρεσιών, και άρα του κόστους αναπαραγωγής των εργαζομένων, από το Κράτος και τις εισφορές των επιχειρήσεων στους ίδιους τους μισθωτούς. Είναι δηλαδή μια (ακόμη) επίθεση σε τμήμα του «κοινωνικού» μισθού μας.


Λίγα λόγια για τον «κοινωνικό» μισθό και την ιστορία του

Συνήθως όταν αναφερόμαστε στο μισθό εννοούμε «τα λεφτά που παίρνουμε στο χέρι από τη δουλειά μας». Αυτός είναι ο «άμεσος» μισθός. Ο «κοινωνικός» μισθός είναι οι παροχές που παίρνουν οι εργαζόμενοι σε είδος. Εννοούμε δηλαδή τις παροχές υγείας (φάρμακα, περίθαλψη κτλ), παιδείας (εκπαίδευση, βιβλία, κτίρια κτλ), τα επιδόματα (ανεργίας, οικογενειακά κτλ), τις άδειες (ασθένειας, εγκυμοσύνης κ.α.) και άλλες τέτοιου είδους παροχές.
Από πού τις παίρνουμε αυτές τις παροχές: από το Κράτος. Γιατί; Δηλαδή πως προέκυψαν, πως συνέβη και το Κράτος δίνει αυτές τις παροχές, έτσι «του ’ρθε»; Η ανάπτυξη του «κοινωνικού» μισθού, των κοινωνικών παροχών έχει πολύ μεγάλη ιστορία. Βασική τομή σε αυτή την ιστορία είναι η δεκαετία του ’20 σε Αμερική και Δυτική Ευρώπη. Εκείνη την εποχή, με τη μεγάλη πίεση των εργατικών αγώνων που ανθίζουν αμέσως μετά το Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο (σε Γερμανία, Ρωσία-Οκτωβριανή Επανάσταση, Ολλανδία, Ιταλία κτλ), το Κράτος και οι κεφαλαιοκράτες αρχίζουν και αντιλαμβάνονται ότι πρέπει να ελέγξουν με άλλο τρόπο τους εργάτες (και όχι απλά με την ωμή καταστολή), να τους τιθασεύσουν ενσωματώνοντας τους σε μια «κοινωνική συμφωνία / κοινωνική ειρήνη», σε μια συμφωνία που θα φροντίζει την αναπαραγωγή των εργατών και συνάμα τον έλεγχο τους, μια συμφωνία που θα εξασφαλίζει την κερδοφορία των κεφαλαιοκρατών χωρίς αυτή να μπλοκάρεται καίρια από τις εργατικές απαιτήσεις-εξεγέρσεις. Αφορμή για αυτή την αλλαγή στο μέχρι τότε ρόλο του Κράτους θα αποτελέσει κύρια το χρηματιστηριακό κραχ του ’29. Πραγματικά, η δεκαετία του ’30 θα σημάνει μια στροφή-τομή στο ρόλο του Κράτους. Αρχίζουν να φορολογούνται σφοδρά οι επιχειρήσεις και δίνονται χρήματα για βασικές κοινωνικές παροχές (έτσι π.χ. το 1935 θεσπίζεται στις ΗΠΑ η κοινωνική ασφάλιση και τα επιδόματα ανεργίας). Ακόμα αναγνωρίζονται και επίσημα τα συνδικάτα ως «συνομιλητές» στο ζήτημα διαχείρισης και αναπαραγωγής των εργατών (εξ’ ου και η περιβόητη αφίσα των τότε βιομηχανικών συνδικάτων στις ΗΠΑ που έλεγε: «ο Πρόεδρος Ρούζβελτ θέλει να μπεις στο συνδικάτο»). Παρολαυτά, ο «κοινωνικός» μισθός θα αναπτυχθεί καίρια αμέσως μετά το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, ακριβώς για να προλάβει τις εργατικές εξεγέρσεις απέναντι στη φτώχεια και την αθλιότητα τις οποίες δεν πρόλαβε μετά τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο και για να εξασφαλίσει ένα άλλο μοντέλο καπιταλιστικής ανάπτυξης-κερδοφορίας.

Έτσι ιστορικά, μέσα στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα και κυρίως όσον αφορά τη Δυτική Ευρώπη-Αμερική, η αμοιβή της μισθωτής εργασίας παγιώθηκε σε δύο μορφές: στον «άμεσο» και στον «κοινωνικό» μισθό. Με τις σκληρές μάχες που έδωσαν οι εργαζόμενοι, κυρίως τις δεκαετίες του ’60-’70, κατάφεραν να ανεβάσουν το επίπεδο τόσο του «άμεσου» μισθού όσο και του «κοινωνικού». Αυτό επιτεύχθηκε στην Ελλάδα μόνο μετά το μεγάλο κύμα εργατικών αγώνων της μεταπολίτευσης (’74-’81), στις αρχές της δεκαετίας του ’80 (χαρακτηριστικά, οι δημόσιες δαπάνες, από 14% το ’80 αυξάνονται σε 20,9% το ’85).

Ο «κοινωνικός» μισθός θα αναπτυχθεί στην Ελλάδα πολύ «αργά» σε σχέση με το Δυτικό κόσμο και θα περιλαμβάνει (όπως ιστορικά διαμορφώθηκε σχεδόν παντού) τις εξής κυριότερες Κρατικές δαπάνες: α) Δαπάνες για την Υγεία (π.χ. δημόσιο νοσηλευτικό σύστημα) β) Δαπάνες για το Δημόσιο Εκπαιδευτικό Σύστημα γ) Δαπάνες για Κοινωνική Ασφάλιση (αν και η ασφάλιση χρηματοδοτείται κυρίως από «άμεσο» μισθό, από εισφορές που απλά δεν παίρνει στο χέρι ο εργαζόμενος). Η χρηματοδότηση δε του «κοινωνικού» μισθού, το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’80, θα γίνει από την επιβολή σημαντικών φόρων στα κέρδη των επιχειρήσεων. Κάτι όμως που θα αρχίζει να αλλάζει ήδη από το ’85 και μετά…


Ο νεοφιλελευθερισμός επιτίθεται στον «κοινωνικό μισθό»

Η επιβολή της νεοφιλελεύθερης πολιτικής, ήδη από το ’85 αλλά κύρια από το ’90 μέχρι σήμερα, θα σημάνει μια σωρεία μέτρων ενάντια των εργαζομένων. Καταρχήν στην ίδια τη μισθωτή εργασία βιώνουμε τη στασιμότητα και εν τέλει μείωση του «άμεσου» μισθού μας (μέσω της πολιτικής της «λιτότητας»), την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, την εντατικοποίηση της δουλειάς. Από την άλλη, στον «κοινωνικό» μισθό βλέπουμε συνέχεια περικοπές επιδομάτων, κοινωνικών υπηρεσιών και παροχών.

Πιο συγκεκριμένα, και όσον αφορά τον «κοινωνικό» μισθό (δηλαδή τις Κρατικές δαπάνες για Υγεία, Παιδεία, Κοινωνική Ασφάλιση) η νεοφιλελεύθερη πολιτική επιδιώκει:
Α) Από τη μια πλευρά να απαλλάξει τις επιχειρήσεις από όποιους φόρους πλήρωναν για να χρηματοδοτήσουν τον «κοινωνικό» μισθό, φόρους που οι αγώνες των εργαζομένων είχαν εν τέλει επιβάλει στις επιχειρήσεις (μέσω της διαμεσολάβησης του Κράτους).
Β) Καθώς οι δημόσιες κοινωνικές υπηρεσίες μένουν χωρίς χρηματοδότηση από το Κράτος, από τους φόρους των επιχειρήσεων, αλλά η ζήτηση των εργαζομένων για αυτές (δηλαδή για υγεία-παιδεία-ασφάλιση) παραμένει ζωτική και δεν μπορεί να πάψει, η νεοφιλελεύθερη πολιτική επιδιώκει να «πουλιούνται» αυτές οι κοινωνικές υπηρεσίες από ιδιωτικές επιχειρήσεις, ώστε και να καλυφθούν κάπως οι ανάγκες και η «δυσαρέσκεια» του κόσμου, αλλά και να βγάζει κέρδος ένα πλήθος επιχειρήσεων, να «αναπτύσσεται η ιδιωτική πρωτοβουλία και η οικονομία».
Η παραπάνω διαδικασία «υποχρηματοδότησης-ιδιωτικοποίησης» των κοινωνικών υπηρεσιών συμβαίνει τόσο άτυπα όσο και τυπικά, θεσμικά, τα τελευταία 15 χρόνια.


Κοινωνική Ασφάλιση


Όσον αφορά την υποχρηματοδότηση της Κοινωνικής Ασφάλισης, το Κράτος χρωστάει τεράστια ποσά στα ασφαλιστικά ταμεία (9 δις. ευρώ σύμφωνα με έρευνα της «Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Πολιτικής» -Αγγελιοφόρος 16/12/2007). Επιπλέον είναι γνωστό ότι προωθεί την ανασφάλιστη εργασία και την εισφοροδιαφυγή αφού: α) δεν κάνει κανένα έλεγχο στους εργασιακούς χώρους όπου η εισφοροδιαφυγή αγγίζει τα 4,5 δις. ευρώ το χρόνο. Στο ΙΚΑ, 1 στους 4 εργαζόμενους είναι ανασφάλιστος β) δεν νομιμοποιεί 300.000 μετανάστες εργάτες γ) προωθεί το μοντέλο της προσωρινής εργασίας-ανεργίας όπου οι ασφαλιστικές εισφορές…εκλείπουν δ) με ρυθμίσεις του, δίνει συνέχεια παρατάσεις και απαλλαγές στις επιχειρήσεις που χρωστάνε εισφορές.
Η «ιδιωτικοποίηση» της Κοινωνικής Ασφάλισης θα προωθηθεί αμέσως μετά τις ερχόμενες εκλογές με την «μεταρρύθμιση του Ασφαλιστικού» (που δεν έγινε πλήρως το 2001 αφού ο κόσμος ξεσηκώθηκε). Σήμερα, αν και το μερίδιο της ιδιωτικής ασφάλισης είναι ακόμα σχετικά μικρό, έχουμε «μεγάλη κινητικότητα στην αγορά» των ασφαλιστικών εταιριών (που συνήθως ανήκουν σε τράπεζες), οι οποίες «υπόσχονται» συντάξεις και ασφάλιση στους εργαζομένους που ακούνε συνέχεια πως το ασφαλιστικό σύστημα «είναι έτοιμο να καταρρεύσει». Κυριότερα δε, η «ιδιωτικοποίηση» της Κοινωνικής Ασφάλισης λαμβάνει χώρα μέσω των «επενδυτικών δραστηριοτήτων» των ασφαλιστικών ταμείων: μιλάμε για «τζόγο» στο χρηματιστήριο και όχι μόνο, που κάνουν οι διοικήσεις των ταμείων με λεφτά από τον «άμεσο» μισθό των εργαζομένων! Αυτό το φαινόμενο έχει ακόμα περιορισμούς (σήμερα τα ταμεία μπορούν να επενδύουν 23% των διαθέσιμων πόρων τους), αλλά η ερχόμενη «μεταρρύθμιση» θέλει –τι άλλο- να άρει τους περιορισμούς στην επένδυση χρημάτων από τα ασφαλιστικά ταμεία, χρήματα που βασικά ανήκουν…σε μας!



Παιδεία


Στο Εκπαιδευτικό Σύστημα διαπιστώνουμε πως «η Παιδεία έχει πάψει από καιρού να είναι δωρεάν». Ας ξεκινήσουμε από το επίπεδο της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, ας μη μιλήσουμε καν για την «παιδεία επί χρημάσι» στο Δημοτικό. Ξέρουμε καλά πως λόγω του ανταγωνιστικού-εκλεκτικού συστήματος εισαγωγής σε ΑΕΙ-ΤΕΙ (ιδιαίτερα στις σχολές «κύρους»), η «παραπαιδεία» (φροντιστήρια, ιδιαίτερα κτλ) ανθεί. Το 2005 (σύμφωνα με την έρευνα οικογενειακού προϋπολογισμού της ΕΣΥΕ), αναλογούσαν, ως έξοδα παραπαιδείας, 1.565 ευρώ το χρόνο για κάθε έναν από τους 700 χιλιάδες μαθητές των γυμνασίων και των λυκείων! Είναι χαρακτηριστικό δε της «δωρεάν παιδείας» το ότι η μόρφωση ενός μαθητή λυκείου επιβαρύνει κατά 72,5% την οικογένειά του και μόλις κατά 27,5% τον κρατικό προϋπολογισμό!
Σε ένα δεύτερο στάδιο, όσοι νέοι και νέες δεν καταφέρουν την εισαγωγή τους σε κάποιο ΑΕΙ-ΤΕΙ στρέφονται συνήθως στο πλήθος μετα-δευτεροβάθμιων σχολών που υπάρχουν (ΙΕΚ, ΚΕΚ κ.α.) για να καλύψουν μορφωτικές ανάγκες που δεν καλύπτονται εν τέλει από το δημόσιο σύστημα. Αυτό το πλήθος μετα-λυκειακών σχολών έχει μεγάλα κέρδη αυτή τη στιγμή και θα προσπαθήσει να επωφεληθεί ακόμα περισσότερο από το άνοιγμα της «Αγοράς Πανεπιστημιακών Σπουδών» (τα ΚΕΣ υπολογίζουν πως θα αυξήσουν τους σπουδαστές τους από 20.000 σε 50.000 και τα δίδακτρα τους από 6.000 σε 10.000 ευρω). Να σημειώσουμε μόνο ότι ήδη σήμερα, «πριν το άνοιγμα της Αγοράς», οι δαπάνες των νοικοκυριών για σπουδές σε επαγγελματικές και τεχνικές σχολές, αλλά και για ιδιωτικά ΙΕΚ είναι τεράστιες π.χ. ανήλθαν το 2005 στα 129 εκατ. ευρώ (έρευνα ΕΣΥΕ).
Από την άλλη μεριά, μέσα στις Δημόσιες Ανώτατες Σχολές, ένα πλήθος υπηρεσιών έχει πάψει προ πολλού να είναι δωρεάν και το κόστος τους βαρύνει τους φοιτητές-σπουδαστές και τις οικογένειες τους: μιλάμε για τα έξοδα για υλικά, για βιβλία, για αναγκαστικές υπεραστικές μεταφορές, για σίτιση, για στέγαση κτλ. Χαρακτηριστικό είναι το ότι οι κρατικές δαπάνες ανά φοιτητή μειώθηκαν τη δεκαετία 1993-2002 κατά 43-45%. Ακόμα, στα Ανώτατα Ιδρύματα βλέπουμε και άλλες μορφές που ο «κοινωνικός» μισθός συρρικνώνεται όπως π.χ. τα δίδακτρα για μεταπτυχιακά, για το κατ’ όνομα «Ανοιχτό» Πανεπιστήμιο κ.α. Τέλος, είναι πια γνωστό σε όλους ότι πολλά ερευνητικά προγράμματα των Δημόσιων Ανώτατων Σχολών, λόγω κυρίως της υποχρηματοδότησης τους, έχουν ήδη περάσει στα χέρια ιδιωτικών επιχειρήσεων που «πληρώνουν και ελέγχουν». Η «ιδιωτικοποίηση» δηλαδή των Δημόσιων Ανώτατων Ιδρυμάτων είναι ήδη εδώ και οι θεσμικές αλλαγές που προωθούνται από την κυβέρνηση θέλουν βασικά να την επικυρώσουν και να την επεκτείνουν.


Υγεία


Στην Υγεία τώρα, βρίσκουμε και εκεί πλήθος αλλαγών τα τελευταία 15 χρόνια. Τα βήματα είναι γνωστά:
1) Υποχρηματοδότηση και απαξίωση των Δημόσιων Υπηρεσιών Υγείας από το Κράτος. Δεν είναι μόνο ότι λείπουν οι υποδομές, αλλά ακόμα και το απαραίτητο προσωπικό ασφαλείας (σήμερα οι ελλείψεις γιατρών στο ΕΣΥ αγγίζουν τις 6000. Οι δε ελλείψεις νοσηλευτών είναι περισσότερες από 7000)!
2) «Ιδιωτικοποίηση» δημόσιων υπηρεσιών υγείας που καλύπτουν ζωτικές ανάγκες του πληθυσμού. Έτσι π.χ. το ΕΣΥ νοικιάζει κλίνες εντατικής στο ιδιωτικό νοσοκομείο «Ερρίκος Ντυνάν», την ώρα μάλιστα που ολόκληρα τμήματα δημόσιων νοσοκομείων παραμένουν κλειστά. Μέσω μάλιστα των ΣΔΙΤ (συμπράξεων δημοσίου-ιδιωτικού τομέα) ακόμα περισσότερες δημόσιες υπηρεσίες υγείας θα διαχειρίζονται από ιδιώτες, από τις μεγάλες επιχειρήσεις υγείας. Η «ιδιωτικοποίηση» παίρνει ακόμα άμεση μορφή: την κατευθείαν προσφυγή του πληθυσμού σε ιδιώτες, γιατί το δημόσιο σύστημα υγείας είναι παραμελημένο. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Κέντρου Μελετών Υπηρεσιών Υγείας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και του Ινστιτούτου Προληπτικής και Κοινωνικής Ιατρικής, στην επαρχία (όπου οι δομές της πρωτοβάθμιας φροντίδας ναι μεν λειτουργούν αλλά είναι πλήρως υποβαθμισμένες) το 75% του κόσμου καταφεύγει σε «ιδιωτικές» λύσεις: πάει σε ιδιώτη ή δεν πάει πουθενά.
3) Συρρίκνωση του «κοινωνικού» μισθού μας και ταυτόχρονη αύξηση του μέρους του «άμεσου» μισθού που δίνουμε για υπηρεσίες υγείας. Με τα παραπάνω καταλαβαίνουμε πως δεν είναι τυχαία η αλματώδης ανάπτυξη που έχουν οι ιδιωτικές νοσηλευτικές κλινικές, τα διαγνωστικά κέντρα, τα ιδιωτικά ιατρεία, εν τέλει η «ιδιωτική υγεία». Η ανάπτυξη τους οφείλεται στα δικά μας χρήματα: σε όσα δεν «παίρνουμε» από τον «κοινωνικό» μισθό, τις παροχές δηλαδή που δεν παίρνουμε από τις δημόσιες υπηρεσίες υγείας, και έτσι τελικά, σε όσα αναγκαζόμαστε να δίνουμε σε ιδιώτες από τον «άμεσο» μισθό μας για να ικανοποιήσουμε τις ανάγκες μας. Βιώνουμε πολύ καλά στο πετσί μας το ότι «η Ελλάδα σήμερα είναι ανάμεσα στις 4 χώρες του ΟΟΣΑ με τις υψηλότερες ιδιωτικές δαπάνες υγείας»!


Να μην τους χαρίσουμε έτσι απλά τον «κοινωνικό» μισθό!

Ως μισθωτοί, ως άνεργοι, ίσως ως μελλοντικοί γονείς, ως άνθρωποι εν τέλει που δεν εμπλεκόμαστε άμεσα με τα Πανεπιστήμια, κρίνουμε πως η αντίσταση μας στην Αναθεώρηση του Άρθρου 16 (και στο νόμο-πλαίσιο) μας αφορά. Μας αφορά και πολύ μάλιστα. Είναι σημαντικό να αντισταθούμε ενάντια στα σχέδια του Κράτους και των εργοδοτών, γιατί αυτό που θέλουν να θεσμοθετήσουν και επίσημα πια, στο Σύνταγμα και στο νέο νόμο-πλαίσιο, δεν είναι απλά «τα μη-κρατικά Πανεπιστήμια», δεν είναι απλά μια «ταμπέλα», αλλά η ζοφερή πραγματικότητα που ήδη βιώνουμε, το ότι κάθε νοικοκυριό που αντιμετωπίζει ή θα αντιμετωπίσει και θα διαχειριστεί το ζήτημα της εκπαίδευσης θα πρέπει «να βάλει βαθιά το χέρι στη τσέπη». Η αναθεώρηση είναι δηλαδή μια «επίσημη σφραγίδα» της βούλησης τους, της επιδίωξης τους να μειωθεί ο ήδη βαλλόμενος «κοινωνικός» μισθός μας και στο μέλλον, και έτσι και ο «άμεσος» (αφού από αυτόν θα πληρώνουμε για Εκπαίδευση).
Και φυσικά είναι ξεκάθαρο πως το ζήτημα δεν αφορά μόνο την Εκπαίδευση. Και στην Υγεία οι συνεχείς θεσμικές παρεμβάσεις οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στο να αναπτυχθεί περαιτέρω η Ιδιωτική, «ακριβή» υγεία και να λειτουργήσει η εναπομένουσα Δημόσια Υγεία με όρους επιχείρησης. Και όσον αφορά την Κοινωνική Ασφάλιση, μπορεί αυτή η κυβέρνηση να μην έβαλε μπροστά το σχέδιο ριζικής αναδιάρθρωσης του, αλλά γνωρίζουμε καλά ότι: α) το Ασφαλιστικό σύστημα έχει ήδη δεχθεί καίριες αλλαγές που είναι εις βάρος μας (νόμοι Σιούφα το ’90-’93, «μίνι-ασφαλιστικό» του Ρέππα στις αρχές της δεκαετίας) και β) Άμεση προτεραιότητα μετά τις ερχόμενες εκλογές είναι να προχωρήσει η περαιτέρω αλλαγή του Ασφαλιστικού προς το «χειρότερο» για μας, προς το πιο κερδοφόρο για αυτούς.
Με βάση αυτά τα δεδομένα, η απεύθυνση του φοιτητικού κινήματος προς τους εργαζόμενους, τους ανέργους, την κοινωνία, θα πρέπει κατά τη γνώμη μας να αναδεικνύει αυτό το γεγονός, τη συρρίκνωση του «κοινωνικού» και έτσι και του «άμεσου» μισθού. Έτσι μπορεί να βρει καίρια αναφορά ο λόγος των φοιτητών στον «έξω-από-τα-Πανεπιστήμια κόσμο». Έτσι μπορεί να αναδείξει ζητήματα όχι μόνο για το ζήτημα της Εκπαίδευσης αλλά και της Υγείας, της Κοινωνικής Ασφάλισης, της «Μεταρρύθμισης». Απλοϊκά ίσως, το σύνθημα θα μπορούσε να είναι:
«Άρθρο 16 και νόμος-πλαίσιο σημαίνει: ΠΛΗΡΩΝΕ ΚΑΙ ΑΛΛΟ. ΠΛΗΡΩΝΕ ΚΑΙ ΑΛΛΟ ΓΙΑ ΟΛΑ. ΓΙΑ ΠΑΙΔΕΙΑ-ΥΓΕΙΑ-ΑΣΦΑΛΙΣΗ, ΓΙΑ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΗΔΗ ΠΛΗΡΩΝΕΙΣ ΚΑΙ ΠΟΥ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΤΑ ΠΛΗΡΩΝΕΙΣ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ».