Τετάρτη, 30 Απριλίου 2008

Ασφαλιστικό: Τι συνέβη; (σε Θεσσαλονίκη και γενικά)


Το παρακάτω κείμενο είναι μια εκτεταμένη, υποκειμενική αποτίμηση της μάχης του ασφαλιστικού.


Η μάχη του Ασφαλιστικού: τι συνέβη;

Δεν θα μιλήσω για τα αυτονόητα. Σαφέστατα οι περισσότεροι εργαζόμενοι – «δεξιοί[1], αριστεροί, κεντρώοι, οικολόγοι» κτλ.- ήταν ενάντια στο νομοσχέδιο, σαφέστατα καταλάβαιναν ότι η μάχη έπρεπε να δοθεί, σαφέστατα η ψήφιση του σημαίνει ότι χάσαμε, όλοι οι εργαζόμενοι. Δεν χρειάζονται υπεκφυγές. Θα πρέπει όμως να εξετάσουμε προσεχτικά το τι έγινε σε αυτή τη μάχη και γιατί χάθηκε για όλους τους εργαζομένους, θα πρέπει να γίνουμε σοφότεροι καθότι και άλλες μάχες θα έρθουν στο μέλλον (και απ’ ότι φαίνεται στο πολύ κοντινό μέλλον αφού προωθείται η αλλαγή των εργασιακών σχέσεων κ.α.).


Η αντικειμενική-ιστορική κατάσταση των εργαζομένων
σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα εν έτη 2008

Πριν ξεκινήσουμε να δούμε το τι έγινε και το τι δεν έγινε, τι κάναμε ως εργαζόμενοι υποκειμενικά, πρέπει να δούμε «το γήπεδο που παίξαμε μπάλα», δηλαδή την αντικειμενική-ιστορική κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι εργαζόμενοι εν έτη 2008. Θα δούμε τη σημερινή κατάσταση με μια μικρή ιστορική αναδρομή των τελευταίων 30 χρόνων. Πιο συγκεκριμένα:

Στον ιδιωτικό τομέα. Μετά τους σφοδρούς αγώνες της μεταπολίτευσης (αγώνες που κυρίως έκαναν οι εργαζόμενοι στα εργοστάσια και ίσως ούτε τους γνωρίζουμε π.χ. ποιος ξέρει για την απεργία 2 ΧΡΟΝΩΝ των μεταλλωρύχων της ΜΑΔΕΜ-ΛΑΚΚΟ το 1977;) οι εργαζόμενοι κέρδισαν την αύξηση του μισθού τους, δομές πρόνοιας, συνδικαλιστική ελευθερία στη δουλειά κ.α. Αυτή η μεγάλη αλλαγή υπέρ των εργαζομένων διαμεσολαβήθηκε κοινοβουλευτικά από την «κυβέρνηση της αλλαγής» του ΠΑΣΟΚ το ’81. Φυσικά ούτε το ΠΑΣΟΚ, ούτε το ΚΚΕ, ούτε η ΝΔ, ούτε οι Οικολόγοι, ούτε το οποιοδήποτε κοινοβουλευτικό ή έξω-κοινοβουλευτικό κόμμα δεν μπορεί να αλλάξει τους συσχετισμούς υπέρ των εργαζομένων. Αν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι δεν συγκροτηθούν-αγωνιστούν, αν δεν αποκτήσουν αυτό-πεποίθηση και δύναμη μέσα στη δουλειά, καμιά αλλαγή δεν γίνεται υπέρ τους (και αν γίνει από τα πάνω-από την όποια κυβέρνηση- θα κρατήσει λίγο και σύντομα οι εργοδότες θα ζητήσουν τη ρεβάνς). Η ιστορία έτσι μας διδάσκει π.χ. μέσα στη δεκαετία του ’80, το ίδιο το «ΠΑΣΟΚ της αλλαγής» ήταν αυτό που άλλαξε ρότα και υποστήριξε την πολιτική της λιτότητας (όπως πίεζε το κεφάλαιο). Η λιτότητα, τόσο στον άμεσο μισθό όσο και στον έμμεσο (συρρίκνωση δομών Πρόνοιας, ασφάλισης κτλ.), ξεκίνησε ήδη από το δεύτερο μισό του ’80 (με υπουργό Οικονομικών τον μετέπειτα πρωθυπουργό Κ.Σημίτη) και οδήγησε πολλούς νέους και κυρίως γυναίκες να ζητήσουν εργασία για να βελτιώσουν τα οικονομικά του νοικοκυριού. Στις αρχές του ’90 λοιπόν αυξάνεται η ζήτηση εργασίας, αυξάνεται η ανεργία[2]. Αυτό γίνεται παράλληλα με τη μεγάλη είσοδο των μεταναστών, που έρχονται με την ευλογία των εργοδοτών για να στελεχώσουν τις κατώτερες θέσεις εργασίας με «φτηνά χέρια».
Ο φόβος λοιπόν για την αυξημένη ανεργία εδραιώνεται σιγά-σιγά στον κόσμο ήδη από τις αρχές του ’90. Η ανεργία στην Ελλάδα δεν είναι βασικά πρόβλημα «των λίγων νέων θέσεων εργασίας». Αν και σε μερικούς κλάδους (π.χ. κλωστοϋφαντουργία) οι θέσεις εργασίας πραγματικά μειώνονται από το κλείσιμο εργοστασίων (φαινόμενο έντονο στη Β.Ελλάδα), αν δούμε συνολικά/αθροιστικά όλους τους κλάδους παραγωγής, τότε θα διαπιστώσουμε πως οι θέσεις εργασίας αυξάνονται πολύ μετά το ’90[3]! Η ανεργία είναι λοιπόν αποτέλεσμα της πολύ μεγάλης ζήτησης για εργασία/εισόδημα από τον κόσμο. Της μεγάλης οικονομικής στενότητας που υπάρχει μέχρι σήμερα και που οδηγεί τον εργαζόμενο να ζητά και μια δεύτερη δουλειά, ένα extra μεροκάματο.
Με φόντο τώρα την αυξημένη ανεργία (και κυρίως την έλλειψη απάντησης από το εργατικό κίνημα π.χ. σταμάτημα των απολύσεων, μείωση του χρόνου εργασίας για όλους, αύξηση του μισθού και των επιδομάτων ανεργίας σε ύψος/διάρκεια κ.α.) εύκολα «ποινικοποιείται» η συνδικαλιστική δράση μέσα στη δουλειά. Οποιαδήποτε κίνηση μπορεί να σημαίνει απόλυση, «ρίξιμο στην ανεργία». Εύκολα ακόμα αρχίζουν να επιβάλλονται τα νέα «ευέλικτα» εργασιακά καθεστώτα (ειδικά στους νέους π.χ. μερική απασχόληση). Εύκολα μένουν καθηλωμένοι οι μισθοί και ο κόσμος χρεώνεται σε δάνεια και κάρτες. Εύκολα τέλος επιβάλλεται η υπερ-εργασία (από 8ωρα σε 10ωρα) για όσους δουλεύουν σταθερά και εντατικοποιούνται οι ρυθμοί εργασίας (και μάλιστα υπάρχει κόσμος που ζητά πια ο ίδιος την υπερωρία γιατί τα λεφτά δεν φτάνουν: χαρακτηριστικό το τελευταίο περιστατικό σε φαρμακοβιομηχανία όπου η καταγγελία και περικοπή των υπερωριών του Σαββατοκύριακου δημιούργησε δυσαρέσκεια στις εργαζόμενες καθώς ο μισθός μόνος του δεν φτάνει).
Παράλληλα με αυτές τις εξελίξεις που πιέζουν τον ιδιωτικό τομέα, πρέπει να λάβουμε υπόψη και ένα άλλο σημαντικό γεγονός: ότι αναπτύχθηκε ραγδαία ο τριτογενής τομέας εις βάρος του πρωτογενή (συρρίκνωση αγροτών)[4]. Εμφανίζονται χιλιάδες θέσεις σε εμπόριο, επισιτισμό-ψυχαγωγία. υπηρεσίες κτλ. Εμφανίζονται νέα επαγγέλματα, νέοι μικροί χώροι υπηρεσιών χωρίς καμιά κληρονομιά συνδικαλιστικής συγκρότησης και αγώνα.
Μέσα σε όλη αυτή τη διαδικασία αναδιάρθρωσης και πίεσης του ιδιωτικού τομέα, οι αγώνες που γίνονται είναι λίγοι, ασύνδετοι και αναποτελεσματικοί. Ο αριθμός και το επίπεδο των αγώνων, η συλλογική συγκρότηση και η αυτό-πεποίθηση των εργαζομένων, μειώνονται κατακόρυφα. Γι’ αυτό σήμερα οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα είναι «στριμωγμένοι στη γωνία». Δεν είναι μόνο η οικονομική στενότητα, ο δεσποτισμός του εργοδότη, οι διαιρέσεις μέσα στην ίδια δουλειά κτλ. Έχει χαθεί και η εμπειρία, έχει υπάρξει μια «μαύρη τρύπα στην ιστορία των εργαζομένων»: οι περισσότεροι εργαζόμενοι, ειδικά οι νέοι, σχεδόν δεν ξέρουν τι θα πει συλλογική οργάνωση και αγώνας.

Στον ευρύτερο δημόσιο τομέα τα πράγματα είναι κάπως καλύτερα καθότι:
α) η αναδιάρθρωση της εργασίας δεν ήταν τόσο σφοδρή μέσα στη δεκαετία του ’90 (όμως εντείνεται τα τελευταία χρόνια με τις «μεταρρυθμίσεις της ΝΔ» π.χ. ιδιωτικοποίηση ΔΕΚΟ, Λιμανιών, πόρισμα ΕΣΥΠ για Εκπαίδευση, Νόμος-Πλαίσιο στα Πανεπιστήμια, αλλαγή στις εργασιακές σχέσεις κ.α.)
β) κυρίως επειδή υπήρξαν παράλληλα σημαντικές (πολλές φορές «αθόρυβες») αντιστάσεις όλα αυτά τα χρόνια (σε ΔΕΚΟ, ΟΤΑ, τραπεζικοί, λιμενεργάτες δάσκαλοι, καθηγητές, υγειονομικοί κτλ.) που εμπόδιζαν την αναδιάρθρωση να περάσει έτσι εύκολα.
Γιατί όμως εμφανίστηκαν (και εμφανίζονται) περισσότερες αντιστάσεις στο δημόσιο τομέα; Διότι εκεί λειτουργεί η συνδικαλιστική ελευθερία-οργάνωση και δεν εμποδίζεται καταλυτικά από τον εργοδότη, γιατί ο θεμελιώδης φόβος της απόλυσης, της ανεργίας, δεν ισχύει για τη συντριπτική πλειοψηφία (εξασφάλιση/«καρότο» του αστικού κράτους για τη συναίνεση-έμμεση πειθάρχηση των υπαλλήλων του), διότι υπάρχει για τους εργαζόμενους μια απαραίτητη υλική βάση[5] για να ζήσουν, να στοχαστούν και έτσι να διεκδικήσουν ακόμα περισσότερα για τη ζωή τους, γιατί οι περισσότεροι χώροι είναι σχετικά μαζικοί και «κουβαλούν» συνεχή κληρονομιά οργάνωσης και αγώνα από το ’80. Αυτές οι συνθήκες ευνοούν τους αγώνες στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Αλλά μέσα στο πλαίσιο καθήλωσης του υπόλοιπου εργατικού κινήματος στον ιδιωτικό τομέα (που υπάρχει το 70-75% περίπου των μισθωτών εργαζομένων[6]), οι αγώνες στον ευρύτερο δημόσιο τομέα είναι κυρίως αμυντικοί-συναινετικοί-συντεχνιακοί, προσπαθούν να μη χαθεί το «προνοιακό καθεστώς» που επικρατεί (εν συγκρίσει με τον ιδιωτικό τομέα).

Η υποκειμενική κατάσταση στο εργατικό κίνημα εν έτη 2008
Η περσινή απεργία των 6 βδομάδων των δασκάλων που έθεσε το ζήτημα του μισθού (και των σύγχρονων αναγκών βασικά) στη δημόσια συζήτηση, οι πολύμηνες απεργίες στα Λιμάνια που θέτουν το ζήτημα της «ιδιωτικοποίησης» των κοινωφελών υπηρεσιών, οι μικρές αλλά σημαντικές απεργίες σε κλάδους-χώρους π.χ. στην Αγροτική Τράπεζα, η συγκρότηση νέων σωματείων στον ιδιωτικό τομέα π.χ. εργαζόμενοι με μηχανάκι, σωματείο σερβιτόρων-μαγείρων στην Αθήνα κ.α. η «στροφή προς τα αριστερά» των εργαζομένων όσον αφορά την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση[7], ακόμα και ο πολύμηνος αγώνας των φοιτητών (παιδιών των εργαζομένων στο σημερινό «μαζικό πανεπιστήμιο») ενάντια στο νόμο-πλαίσιο, ΟΛΑ ΑΥΤΑ που συμβαίνουν τα τελευταία 2 χρόνια δείχνουν ότι οι εργαζόμενοι αν μην τι άλλο «ψάχνονται». Αν και η αντικειμενική κατάσταση σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα έχει ελάχιστα αλλάξει, θα μπορούσε να πει κανείς ότι «πνέει άλλο αεράκι» σήμερα στην κοινωνία, μια άλλη διάθεση.

Πως όμως φτάσαμε στην ήττα στο Ασφαλιστικό;
Στον ιδιωτικό τομέα –με τις αντικειμενικές πιέσεις που περιγράφτηκαν- ο κοινωνικός-συνδικαλιστικός ιστός είναι καταρρακωμένος. Τα κλαδικά σωματεία -ακόμα και τα πιο δυνατά π.χ. οικοδόμοι- απονευρώθηκαν μέσα στην πορεία του χρόνου. Τα σωματεία που υπάρχουν σε επιχειρήσεις π.χ. στα εργοστάσια, πιέζονται πολύ και τα περισσότερα συναινούν με την εργοδοσία. Λίγα σωματεία δημιουργήθηκαν στις χιλιάδες νέες επιχειρήσεις. Έτσι, χωρίς σωματείο ή με απονευρωμένο ή εργοδοτικό το σωματείο, ο κόσμος του ιδιωτικού τομέα είχε λίγες δυνατότητες να αντιδράσει. Οι περισσότεροι ανέμεναν από το τριτοβάθμιο όργανο, τη ΓΣΕΕ, να δώσει τον τόνο του αγώνα, να εκφράσει τη νέα ταξικότητα του ιδιωτικού τομέα[8]. Το γιατί αυτή έκανε μόλις τρεις 24ωρες απεργίες σε διάστημα 4 μηνών (και κυρίως μόνο μια 24ωρη στις 2 κρίσιμες εβδομάδες του Μάρτη) το εξετάζω παρακάτω. Παρολαυτά, και ενώ οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα δεν έχουν την κοινωνική οργάνωση, τον ιστό να αντιδράσουν, τα ποσοστά συμμετοχής στις απεργίες ήταν πολύ σημαντικά[9]. Είναι ελπιδοφόρο ότι χιλιάδες ιδιωτικοί εργαζόμενοι απέργησαν και είπαν «ΟΧΙ». Πολλοί χωρίς σωματείο, αυτό-οργανώθηκαν και βγήκαν στην απεργία. Και φυσικά, όπου υπήρχε πρωτοβάθμιο σωματείο, τα πράγματα ήταν ακόμα καλύτερα π.χ. στο νεοσύστατο σωματείο της WIND κατάφεραν να απεργήσουν 300-400 άτομα (στα 1300-1400) στις 19 Μάρτη και να έχουν μπλοκ 100 ατόμων στη διαδήλωση της Αθήνας!
Τα ποσοστά του ιδιωτικού τομέα ήταν βέβαια πολύ μικρότερα σε σχέση με το δημόσιο τομέα και αναντίστοιχα με το βάρος της επίθεσης/αποφασιστικότητας της κυβέρνησης. Είναι βλέπετε οι αντικειμενικές συνθήκες που περιγράφτηκαν καθώς και η υπονομευτική στάση της ΓΣΕΕ. Έτσι οι κλάδοι που τελικά «τράβηξαν το κουπί» ήταν ουσιαστικά τρεις από το δημόσιο τομέα: ΠΟΕ-ΟΤΑ (Τοπική Αυτοδιοίκηση), ΔΕΗ, Τράπεζες (δημοσίου κατά βάση και χωρίς τη δυναμική των ΔΕΗ-ΟΤΑ)[10]. Αυτοί οι κλάδοι μόνοι τους έδωσαν μια άνιση μάχη. Είχαν να πολεμήσουν: α) μια κυβέρνηση που έπαιζε το προσωπικό της στοίχημα β) τους στοιχισμένους μεγαλοδημοσιογράφους (που πήραν ένα Ταμείο-δώρο), αλλά περισσότερο (γιατί πρέπει να βλέπουμε πάντα τα «του οίκου μας», αυτά επηρεάζουμε άμεσα) γ) τη μεγάλη εσωτερική αδυναμία όλων των κλάδων του δημοσίου τομέα όπου υπάρχουν ιστορικά –αλλά παραδοσιακά- συνδικάτα: την κουλτούρα της ανάθεσης του αγώνα στην εσωτερική συνδικαλιστική γραφειοκρατία, στα στελέχη των παρατάξεων. Οι καθημερινοί απεργοί επαναπαύτηκαν στη μεγάλη δύναμη που είχε το σταμάτημα της δουλειάς τους και μόνο (π.χ. η διακοπή ρεύματος ή η μη-αποκομιδή των σκουπιδιών έκανε άμεσα γνωστό τον αγώνα τους σε όλη την Ελλάδα). Δεν πίεσαν να κοινωνικοποιηθεί με άλλα πρόσφορα μέσα ο αγώνας τους π.χ. με διαδηλώσεις στο κέντρο των πόλεων[11] με ζωντανές ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΕΙΣ και σε άλλους εργαζόμενους[12], με άμεση πίεση σε όλους τους κλάδους-σωματεία να «πάρουν μπρος», να συντονιστούν μαζί τους. Ούτε καν οι ΔΕΗτζήδες με τους ΟΤΑτζήδες δεν κατάφεραν να «συμβαδίσουν» πραγματικά, μένοντας περιχαρακωμένοι, μένοντας ευάλωτοι στις κατηγορίες εναντίον τους περί «συντεχνιασμού».


Το καρκίνωμα του κομματικο-παραταξιακού συνδικαλισμού

Από την άλλη μεριά, οι επαγγελματίες συνδικαλιστές –στους οποίους κακώς αναθέτουμε τον αγώνα μας- δεν πήραν τέτοιες πρωτοβουλίες «κυκλοφορίας του αγώνα». Και πώς να πάρουν όταν ο συνδικαλισμός στην Ελλάδα είναι επί τω πλείστων ΚΟΜΜΑΤΙΚΟ-ΠΑΡΑΤΑΞΙΑΚΟΣ; Όταν οι παρατάξεις/συνδικαλιστές συνδέονται άμεσα και υπηρετούν τα συμφέροντα των κομματικών πλάνων, των κομματικών οργανώσεων (ΔΑΚΕ-ΝΔ, ΠΑΣΚΕ-ΠΑΣΟΚ, ΕΣΑΚ/ΠΑΜΕ-ΚΚΕ, Αυτόνομη Παρέμβαση-ΣΥΝ, Ταξική Πορεία – ΚΚΕμ-λ κ.ο.κ). Όμως τα κοινοβουλευτικά κόμματα (είτε βρίσκονται εντός, είτε εκτός κοινοβουλίου) φτιάχνονται και έχουν σχέδια και συμφέροντα «πάνω από το έδαφος» της καθημερινής κοινωνικής ζωής του εργαζόμενου, ανέργου, νέου κτλ., επιδιώκουν και κάνουν «μεγάλη πολιτική», πολιτική με βάση την κεντρική εξουσία-διακυβέρνηση του Κράτους και όχι με βάση τις ανάγκες και επιθυμίες μας, υπηρετούν την ανάγκη να επιβιώσουν σαν οργανισμοί μέσα στο κοινοβουλευτικό-πολιτικό σύστημα (όσο μικρό και αν είναι αυτό το σύμπαν- και μιλώ για την εξω-κοινοβουλευτική –που πολύ θα ήθελε να είναι κοινοβουλευτική- Αριστερά). Σε αναλογία, οι κομματικές παρατάξεις έχουν μετατρέψει τα σωματεία σε μικρά κοινοβούλια όπου η Α παράταξη τσακώνεται με τη Β για τις ψήφους και τον έλεγχο του Διοικητικού Συμβουλίου και των αποφάσεων του (και τον έλεγχο έτσι των μελών, όσο δεν γίνονται ζωντανές Γενικές Συνελεύσεις[13], όσο δεν βγαίνουν Επιτροπές Αγώνα). Οι κομματικές παρατάξεις λοιπόν, για δικούς τους κομματικούς λόγους, δεν έκαναν τίποτα ουσιαστικό για να μην περάσει το νομοσχέδιο. Συγκεκριμένα:
Σε ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ. Τα «τριτοβάθμια» όργανα, όπως λέγονται, στελεχώνονται από τους αντιπροσώπους…των αντιπροσώπων…των εργαζομένων! Δηλαδή από επαγγελματίες-συνδικαλιστές που έχουν ελάχιστη σχέση με τη βάση, που ο κόσμος ούτε το όνομα τους δεν ξέρει. Η ΠΑΣΚ έχει την πλειοψηφία. Ποια η στάση της; Το παίζω αγωνιστής για να κερδίσω τις εντυπώσεις και να εισπράξουμε σαν ΠΑΣΟΚ την πολιτική διαμαρτυρία, τη ψήφο. Αλλά από πραγματικό αγώνα…τίποτα[14]! Γιατί δεν είναι πραγματικός αγώνας να λες ότι όταν κατατεθεί το νομοσχέδιο θα γίνει Γενική Απεργία, και όταν συμβαίνει αυτό να βάζεις μια στάση εργασίας (12/3) και μια μόνο απεργία ακριβώς πριν ψηφιστεί ο νόμος! Και παράλληλα να μην στηρίζεις με απεργίες τους κλάδους που ήδη από τις αρχές Μάρτη βρίσκονταν σε απεργίες αλλά να κυνηγάς εκ των υστέρων και εκ τους ασφαλούς…υπογραφές για δημοψήφισμα! Όμως γιατί να ήθελε να το κάνει αυτό η ΠΑΣΚ; Πέρα από το ότι συμφωνεί σε μεγάλο βαθμό με πλευρές της νεοφιλελεύθερης πολιτικής της ΝΔ, πέρα από το ότι έχει χάσει δυνάμεις και πείρα για να διεξάγει αγώνες, πέρα από ότι «οι της ΓΣΕΕ» έχουν ειδικό συμφέρον στην συνδιαχείριση-αξιοποίηση των αποθεματικών, το θέμα είναι πως αν γίνονταν πραγματικοί αγώνες και σταματούσε το νομοσχέδιο, τότε πολύ πιθανόν να πηγαίναμε σε εκλογές. Και εκεί το ΠΑΣΟΚ δεν ήταν έτοιμο να κερδίσει. Άρα «πρώτα να σωθεί το κόμμα και η προοπτική να γίνουμε ξανά κυβερνήτες, εξουσία, να έχουμε το μέλι», και άσε τον απλό εργαζόμενο-βλάκα να τρώει +2 χρόνια δουλειάς, -50% επικουρική» και πάει λέγοντας. Η δε ΔΑΚΕ που στηρίζει τη ΝΔ-κυβέρνηση δεν χρειάζονταν να κάνει και κάτι αφού…η ΠΑΣΚ την κάλυπτε πλήρως με τις άσφαιρες κινήσεις της! Οι αριστερές παρατάξεις από την άλλη λειτούργησαν και αυτές με κομματικά κριτήρια (ειδικά το ΠΑΜΕ): στην κρίσιμη σύσκεψη της ΓΣΕΕ, τη μέρα που κατατέθηκε το νομοσχέδιο (6 Μάρτη) ζήτησαν 24ωρη στην αμέσως επόμενη βδομάδα (σωστό). Η πλειοψηφία ΠΑΣΚ/ΔΑΚΕ αρνήθηκε. Τότε το ΠΑΜΕ/ΚΚΕ άρχισε να καταγγέλλει τις ΓΣΕΕ/ΑΔΕΔΥ αλλά να μη βάζει ούτε μια μέρα extra απεργία σε Ομοσπονδίες και Εργατικά Κέντρα που έχει την πλειοψηφία[15]. Βλέπετε η γραμμή της Παπαρήγα είναι ότι όλα θα λυθούν στη…«Λαϊκή Εξουσία» αν ψηφίσουμε ΚΚΕ! Ας εισπράξουν λοιπόν την πολιτική διαμαρτυρία και ας βγουν μετά για «πορεία προς το λαό» και για απεργία στις...16 Απρίλη! Από την άλλη, η Αυτόνομη Παρέμβαση (ΣΥΝ) ακολούθησε τις κινήσεις της πλειοψηφίας (ΠΑΣΚ/ΔΑΚΕ), δεν μπόρεσε να ξεφύγει από το θεσμικό συνδικαλισμό και τις πρακτικές του, δεν μπόρεσε να προτείνει κάτι άλλο (έστω με τις μικρές δυνάμεις που αντικειμενικά έχει). Περισσότερο δε στήριξε την κίνηση εντυπώσεων του Αλαβάνου για δημοψήφισμα -λες και οι νόμοι πέφτουν με υπογραφές! Και μέσα σε όλο αυτό το χάλι, μέσα στη ξεφτίλα της συλλογής…υπογραφών (τρέμουν τα κόκαλα των εργαζομένων περασμένων δεκαετιών που κέρδισαν με αίμα ό,τι έχουμε), η ΓΣΕΕ ψήφισε τη νέα συλλογική σύμβαση που δίνει το αστρονομικό ποσό αύξησης ενός ευρώ περίπου την ημέρα έτσι ώστε ο βασικός μισθός να αγγίζει το 2009 το ποσό των 740 ευρώ ΜΙΚΤΑ!! Και η ΑΔΕΔΥ έκλεισε το νέο μισθολόγιο με αυξήσεις κάτω από τον πληθωρισμό! Μιλάμε για Διπλή Εκτέλεση (ασφάλιση-μισθοί) των εργαζομένων εν ψυχρώ!!!

Σε Ομοσπονδίες-ΔΟΕ. Όπως είδαμε όμως, την αντικειμενική δυνατότητα για να κάνουν κάτι περισσότερο απέναντι στην επίθεση της κυβέρνησης την είχαν οι ομοσπονδίες του Δημοσίου τομέα και όχι του Ιδιωτικού. Στις περισσότερες ομοσπονδίες τα πράγματα ακολούθησαν τη ρότα που χαράχτηκε από τις παρατάξεις στην κορυφή της πυραμίδας, στις ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ (εξαίρεση ΔΕΗ-ΟΤΑ-ΟΤΟΕ κ.α. όπου κάποιος κόσμος πίεσε για αγώνα). Εδώ θα ασχοληθώ λίγο με τη δική μου Ομοσπονδία, τη ΔΟΕ για την οποία έχω και καλύτερη εικόνα. Πολλοί περίμεναν βασικά από τους δασκάλους των «6 εβδομάδων» να στηρίξουν δυναμικά τον αγώνα. Πως όμως συρθήκαμε σε μια 48ωρη με την ΟΛΜΕ στις 19-20 Μάρτη (όταν ο νόμος ψηφιζόταν); Πως η ΔΟΕ από τη μια μεριά πρότεινε 5μερες από τις αρχές Μάρτη στις Γενικές Συνελεύσεις των δασκάλων (το Φλεβάρη), και από την άλλη δεν έκανε τίποτα; Τι συνέβη; Η πρόταση για 5μερες με «εκπαιδευτικοκεντρικό» πλαίσιο (και όχι ξεκάθαρη αιχμή το Ασφαλιστικό) που ξεκινάνε ανεξάρτητα από την κατάθεση του νομοσχεδίου ήταν των Παρεμβάσεων. Οι Παρεμβάσεις την έριξαν στο Δ.Σ. της ΔΟΕ (και ενώ πολλοί Σύλλογοι είχαν αποφασίσει το Νοέμβρη για πενθήμερες μόλις κατατεθεί το νομοσχέδιο = 2 πενθήμερες το μέγιστο, σε διάστημα που και άλλοι κλάδοι θα ήταν σίγουρα στο δρόμο-όπως και συνέβη) για να τη «βγουν από τα Αριστερά» στην ΠΑΣΚ. Παλιά αλεπού όμως η ΠΑΣΚ και λέει: «έτσι θέλετε, εντάξει!». Και έτσι η πρόταση των Παρεμβάσεων ψηφίστηκε από την ΠΑΣΚ και έγινε πρόταση της ΔΟΕ στις Γενικές Συνελεύσεις μας. Και τότε έγινε το εξής τραγελαφικό: από τη μία, ο περισσότερος κόσμος ένιωσε ότι πάμε ξανά μόνοι μας για μια απεργία τύπου 6 εβδομάδων (μια τέτοια αναπαράσταση ανέφεραν πολλοί συνάδελφοι). Από την άλλη, οι συνδικαλιστές των ΠΑΣΚ-Παρεμβάσεων που πρότειναν τις πενθήμερες, όχι μόνο δεν στήριξαν την πρόταση τους αλλά είτε σιωπούσαν είτε μετέδιδαν το μήνυμα ότι «ο κόσμος δεν τραβάει». Αν δεν τραβάει τότε γιατί το προτείνατε; Αν τραβάει, εσείς γιατί σιωπήσατε και δεν στηρίξατε με θέρμη την πρόταση σας στα σχολεία; Αυτά τα ερωτήματα αποκαλύπτουν τον «συνδικαλισμό κορυφής», τα παζάρια που κάνουν και οι μη-κομματικές Παρεμβάσεις[16] και η ΠΑΣΚ και όλες οι παρατάξεις στη ΔΟΕ: έναν συνδικαλισμό δηλαδή που οι αποφάσεις βγαίνουν από τις ηγετικές ομάδες της Αθήνας με την ανοχή (και την απουσία συχνά λόγου) όλων των απλών στελεχών των παρατάξεων στους Συλλόγους, έναν συνδικαλισμό κορυφής που δε σεβάστηκε τις αποφάσεις πολλών Γενικών Συνελεύσεων του Νοεμβρίου. Από την άλλη, οι περισσότερες έκτακτες Γενικές Συνελεύσεις των δασκάλων το Φλεβάρη δεν είχαν απαρτία. Μάλιστα δεν είχαν απαρτία και συνελεύσεις που κανείς περίμενε ότι θα είχαν π.χ. στην Αθήνα. Δηλαδή ούτε η «ριζοσπαστική μειοψηφία» των δασκάλων δεν συμμετείχε. Τι αντανακλούσε αυτό; Τρία κατά τη γνώμη μου πράγματα:
α) τον πραγματικό δισταγμό πολλών συναδέλφων να πάμε σε απεργία διαρκείας μετά την υλική αναποτελεσματικότητα του περσινού μας αγώνα
β) τον αποπροσανατολισμό των συναδέλφων από την πρόταση της ΔΟΕ αφού πολλοί δεν ένιωθαν το Φλεβάρη ότι «πάμε σε αγώνα 2 βδομάδων μαζί με άλλους κλάδους για το Ασφαλιστικό» αλλά ότι «πάμε ξανά για κάτι δικό μας, μεγάλο, μόνοι μας». Σε αυτό τον αποπροσανατολισμό ήταν καταλυτική η πολιτική ανωριμότητα των Παρεμβάσεων. Αυτές είχαν προτείνει σε πολλές Συνελεύσεις το Νοέμβρη το «απεργία με την κατάθεση του νομοσχεδίου» και μετά σε επίπεδο Δ.Σ. της ΔΟΕ το άλλαξαν. Και το έκαναν αυτό χωρίς πολύ εσωτερική συζήτηση, αφού φάνηκε ότι πολλά στελέχη/σχήματα των Παρεμβάσεων στην επαρχία και στην Αθήνα διαφωνούσαν ή στεκόταν αμήχανα στην «κεντρική» πρόταση των Παρεμβάσεων στο Δ.Σ. της ΔΟΕ.
γ) την αδυναμία της βάσης των δασκάλων, ακόμα και της «ριζοσπαστικής μειοψηφίας», να πάρει την υπόθεση ενός τόσο σοβαρού αγώνα στα χέρια της. Αυτή η αδυναμία φάνηκε ξεκάθαρα από το ότι στήθηκαν ελάχιστες Επιτροπές Αγώνα μέσα στη συγκυρία. Αυτή η αδυναμία έχει βέβαια αίτια, κάποια από τα οποία αναδεικνύονται στο απόσπασμα προκήρυξης που ακολουθεί (και αξίζει να διαβαστεί...).


ΓΙΑΤΙ, ΕΝΩ ΠΕΡΝΑΕΙ ΤΟ ΝΕΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ, ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΔΑΣΚΑΛΟΙ ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΜΕΝΟΙ;


(Με αυτό τον τίτλο, δάσκαλοι και δασκάλες από τους Συλλόγους Κερατσινίου-Περάματος, Α΄ Αθήνας, Ν.Σμύρνης, Παρθενώνα, Περιστερίου και Παρθενώνα κυκλοφόρησαν μια τετρασέλιδη προκήρυξη στις 12/3/2008. Παρακάτω ακολουθεί απόσπασμα της προκήρυξης).

[…] Στο ερώτημα που θέτει ο τίτλος αυτής της προκήρυξης πολλοί θ’ απαντούσαν βιαστικά, επικαλούμενοι την «κόπωση» και «οικονομική εξάντληση» από την απεργία των 6 εβδομάδων του 2006. Όμως μια τέτοια απάντηση είναι επιφανειακή και επιπλέον αρκετά βολική για τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία, παλιά και νεόκοπη. Κι αυτήν επικαλέστηκε κατά κόρον όλο το προηγούμενο μήνα.
Τι είναι όμως η συνδικαλιστική γραφειοκρατία; Τα συνδικάτα, που ιστορικά είχαν το χαρακτήρα του συλλογικού διαπραγματευτή της εργατικής δύναμης απέναντι στην εργοδοσία και το κράτος, έχουν στην τριτοβάθμια μορφή τους επαγγελματικές ηγεσίες. Οι συνδικαλιστές έχουν ιδιαίτερα συμφέροντα που εν πολλοίς δεν ταυτίζονται μ’ αυτά της εργατικής τάξης και απολαμβάνουν το αστικό κύρος. Επειδή (τις περισσότερες φορές) εκλέγονται απ’ τα μέλη των εργατικών οργανώσεων, νιώθουν ότι έχουν το δικαίωμα να διαχειρίζονται εν λευκώ τις υποθέσεις και τα αιτήματα των εργαζομένων, όπως ακριβώς και οι βουλευτές. Κι όχι μόνο αυτό. Με το κύρος που έχουν πολλές φορές κατορθώνουν και καναλιζάρουν τις διαθέσεις των «από κάτω» με υπολογισμένες κινήσεις και λογύδρια σε κατευθύνσεις ανώδυνες για το κράτος και το κεφάλαιο αλλά και για τα ίδια τα συμφέροντά τους ως θεσμό. Όμως υπάρχουν και συνδικαλιστές που δεν είναι επαγγελματίες (κυρίως στις χαμηλές βαθμίδες της ιεραρχίας των συνδικάτων). Άσχετα αν ατομικά θέλουν να γίνουν επαγγελματίες ή όχι, το γεγονός είναι ότι θέλουν να λειτουργούν ως εκπρόσωποι. Χρησιμοποιούν κι αυτοί το αστικό κύρος. Η πείρα μάς έχει δείξει ότι ο κομματικο-παραταξιακός συνδικαλισμός προωθεί πρώτα και κύρια τα ιδιαίτερα συμφέροντά του. Οι ψήφοι, η διατήρηση θέσεων, εδρών, η συμμετοχή σε διάφορα συνδιοικητικά όργανα και θεσμούς συσκοτίζουν συνειδησιακά και συντηρητικοποιούν αυτούς τους ίδιους αλλά και αυτούς που τους ακολουθούν.
Πολλοί από μας μπορεί όλα αυτά να τα έχουμε κατά καιρούς σκεφτεί. Θα πρέπει, ωστόσο, ν’ αναρωτηθούμε κάποια στιγμή από πού αντλούν τη δύναμη οι γραφειοκράτες γενικά και μέσα από τα παραταξιακά τους παιχνίδια μπορούν, όπως τώρα, και ακινητοποιούν τον κλάδο εν όψει μιας ακόμα επίθεσης στον άμεσο και έμμεσο μισθό μας, μιας ακόμα προσπάθειας του κράτους να μας επιβάλλει δουλειά μέχρι να πεθάνουμε. Τι τους εξουσιοδοτεί να αποφασίζουν για μας πότε «τραβάμε» για αγώνα και πότε όχι κι ακόμα χειρότερα να μας κάνουν να πιστεύουμε ότι όντως «δεν τραβάμε», ότι είμαστε ανήμποροι ν’ αγωνιστούμε για ένα ζήτημα που αφορά άμεσα τις συνθήκες ζωής μας;
Η λογική της ανάθεσης και της εκπροσώπησης ευθύνεται για την παθητικότητά μας. Από την αδυναμία μας να πάρουμε τον αγώνα στα χέρια μας, από την αδράνειά μας δεν προέρχεται η εν λευκώ ανάθεση των υποθέσεών μας στους συνδικαλιστές; Μήπως δεν είναι επίσης η δική μας η άγνοια για το τι περνάει η κάθε κυβέρνηση εναντίον μας, η ανυπαρξία μιας συλλογικής διαδικασίας αυτομόρφωσης που μετατρέπει τους συνδικαλιστές σε ειδικούς;
Οι περισσότεροι μένουμε μουγγοί στις συνελεύσεις (κι αυτό όταν στην καλύτερη περίπτωση έστω δηλώνουμε την παρουσία μας σ’ αυτές), ακούγοντας βαρετούς μονολόγους ή προβλέψιμες παραταξιακές συγκρούσεις. Πόσοι από μας γνωρίζουμε τις αποφάσεις των συλλόγων μας, έχουμε ενεργά συμβάλλει στη διαμόρφωσή τους, συμμετέχουμε ζωντανά στις ελάχιστες περιπτώσεις που δημιουργούνται επιτροπές αγώνα για να αποφασίσουμε για το πώς εμείς οι ίδιοι θα διαχειριστούμε τον αγώνα μας; Πόση φαντασία είχε η απεργία που κάναμε το 2006, που, πέρα από τις πορείες σε καθορισμένη διαδρομή, ανέδειξε ελάχιστες πρωτοβουλίες και δημιουργικότητα; Ποιες νέες μορφές κοινωνικότητας ανέδειξε; Συνεργαστήκαμε πραγματικά τόσο με τους γονείς όσο και με τους άλλους εργαζόμενους;
Από την τάξη στο σπίτι και ξανά στην τάξη, βουλιάζουμε μέσα στην καθημερινότητα των ρόλων μας ως δάσκαλοι, γονείς, καταναλωτές, χρεωμένοι σε κάρτες και δάνεια. Κλεισμένοι στο μικρόκοσμό μας, πείθουμε τους εαυτούς μας ότι δεν μπορούμε να «τρέχουμε» για τα κοινά. Έτσι, αφήνουμε το πεδίο ελεύθερο στους επαγγελματίες εκπροσώπους μας που αφού «τρέχουν» αυτοί για μας, φυσικά μετά είναι δύσκολο να τους κριτικάρουμε ή να τους ζητήσουμε να λογοδοτήσουν. Είναι η αυτοϋποτίμησή μας αυτή που κάνει τους εκπροσώπους μας να μας υποτιμούν με τη σειρά τους, να μας φέρονται συγκαταβατικά όσο παραμένουμε παθητικοί και να μας απομονώνουν (απειλώντας μας ακόμη) στην περίπτωση που εκφράζουμε δυναμικά μια άλλη άποψη.
Δεν ισχυριζόμαστε φυσικά ότι η αντίστασή μας είναι μηδενική. Ένας κλάδος που απήργησε επιθετικά το 2006 για 6 εβδομάδες και που παρά τα πενιχρά απτά αποτελέσματα του αγώνα του μπλόκαρε έστω και προσωρινά κάποια από τα σχέδια του κράτους τουλάχιστον σε επίπεδο εκπαιδευτικό, δε στερείται δυναμικής. Επίσης, συχνά στους συλλόγους διδασκόντων η συλλογική ή ατομική αντίσταση στη διοικητική αυθαιρεσία έχει φέρει αποτελέσματα κι αν μη τι άλλο μια αίσθηση δύναμης και αξιοπρέπειας που δεν πρέπει να χαθεί με τίποτα.
Ωστόσο, τώρα που γίνεται ξανά επίθεση σε όλη την εργατική τάξη, στους γονείς μας, στα παιδιά μας, στους άλλους μισθωτούς, φαίνονται τα όρια των «νικών» μας και του τρόπου που δίνουμε τους αγώνες μας. Τώρα φαίνεται πόσο βαραίνει η ανυπαρξία της αυτοοργάνωσης, ο χρόνιος εθισμός μας στην πρακτική της ανάθεσης στους επαγγελματίες αγωνιστές, η συντεχνιακή νοοτροπία και η ψευδαίσθηση του ατομικού βολέματος.
Είμαστε από τους ανθρώπους που επίμονα προτείνουν τη σύγκληση έκτακτων γενικών συνελεύσεων και τη δημιουργία επιτροπών αγώνα στους συλλόγους μας κάθε φορά που προκύπτουν σημαντικά ζητήματα όπως τώρα. Και ποτέ δε θα πάψουμε -όσο μας επιτρέπουν οι δυνάμεις μας- ν’ αντιπαραθέτουμε τη δυνατότητα αυτοοργάνωσης των αγώνων μας στο συνδικαλισμό των ειδικών. […]

Να προσθέσω μόνο τα εξής. Ο εθισμός των εργαζομένων στην ανάθεση της λύσης των προβλημάτων τους στους παραταξιακούς συνδικαλιστές (που είναι και πολύ βολικό γιατί δεν σπαταλάς ενέργεια αλλά περιμένεις να σε σώσει ο ειδικός) έχει φτάσει στο ύψιστο σημείο, σε σημείο τέτοιο που κάθε ανεξάρτητη, μη-κομματική πρωτοβουλία των εργαζομένων να θεωρείται ή αδύνατη ή απολιτίκ ή να προσπαθούν να τη συνδέσουν με κάποια συγκεκριμένη κομματική οργάνωση!
Όμως η κουλτούρα της ανάθεσης δεν πηγάζει από το πουθενά. Έχει να κάνει με τη συγκυρία της ταξικής πάλης π.χ. το βαθμό της επίθεσης που δέχεσαι. Έχει να κάνει ακόμα -και εδώ θέλω να σταθώ- με το ότι είναι άμεσο προϊόν της ίδιας της αντικειμενικής δομής του συνδικαλιστικού κινήματος, των συνδικάτων. Το ίδιο και η «κομματικοποίηση του συνδικαλισμού». Οι αστοί είναι αρκετά έξυπνοι ώστε να πουν: «θέλετε σωματείο, συλλογική οργάνωση»; «Οκ, αλλά ΘΑ ΕΧΕΤΕ Διοικητικό Συμβούλιο και Εκλογές για Διοικητικό Συμβούλιο» = ανάθεση. Αυτή τη δομή την υποστηρίζουν όλοι οι συνδικαλιστές ανεξαιρέτως, ακόμα και οι αριστεροί, αφού επιτρέπει πιο εύκολα την κομματικό-παραταξιακή παρέμβαση. Παρολαυτά, υπάρχουν σήμερα μερικά σωματεία που στήθηκαν από πολιτικοποιημένους εργαζόμενους και έθεσαν σαν ζήτημα κριτικής την υπάρχουσα δομή που παρέχει ο συνδικαλιστικός νόμος της Ελλάδας, ο ν.1264/1982. Ένα από αυτά είναι το νεοσύστατο και δυναμικό σωματείο «Συνέλευση Βάσης Εργαζομένων Οδηγών Δικύκλου» αλλά και ο «Σύλλογος Υπαλλήλων Βιβλίου-Χάρτου Αττικής». Μάλιστα, το κείμενο που έχει βγάλει το τελευταίο σωματείο πρόσφατα για το συνδικαλισμό ξεκαθαρίζει πολλά πράγματα και αξίζει να διαβαστεί. Ακολουθεί ένα απόσπασμα του (οι υπογραμμίσεις με έντονα γράμματα είναι δικές μου όπως και οι πλαγιότιτλοι με κεφαλαία γράμματα):

(«Η δική μας αντίληψη για το συνδικαλισμό». Δημοσιεύτηκε στο http://athens.indymedia.gr στις 23/1/2007).
[…] «Υπάρχει ένας άλλος δρόμος….υπάρχει ένας άλλος τρόπος…..
Η πορεία του Συλλόγου έχει αφήσει μια πλούσια εμπειρία για το πώς πρέπει να παλέψουμε και πώς να οργανωθούμε. Ο χρόνος και οι εμπειρίες μας έχουν κάνει «σοφότερους».
Σε αυτό το σωματείο δεν υπήρξαν και δε θα υπάρξουν:
- εκπρόσωποι που να διαχειρίζονται τις τύχες των συναδέλφων. ( ΖΗΤΗΜΑ ΔΟΜΗΣ)
Σε άλλα σωματεία ανώτερο όργανο είναι το Διοικητικό Συμβούλιο. Αυτό αποφασίζει για τα κρίσιμα ζητήματα, μέσα από αυτό περνά η λειτουργία του σωματείου. Οι Γενικές Συνελεύσεις υπάρχουν για να υιοθετούν ή να απορρίπτουν τις προτάσεις του Δ.Σ., να επικυρώνουν ή να καταψηφίζουν τα πεπραγμένα του. Αποτέλεσμα είναι, η πιο μεγάλη στιγμή του σωματείου να είναι οι εκλογές όπου θα εκλεγεί το Δ.Σ.
Δεν χρειαζόμαστε «διοικητές» στα εργατικά σωματεία. Διοικητές υπάρχουν στο στρατό. Έχουμε στους χώρους εργασίας αυτούς που μας διοικούν και μας διατάζουν (εργοδότες, διευθυντές, προϊστάμενοι). Στα σωματεία πρέπει να έχουμε συναδελφικότητα και αυτοοργάνωση. Σε εμάς το Διοικητικό Συμβούλιο έχει έναν τυπικό χαρακτήρα. Υπάρχει, γιατί νομικά δεν μπορεί να υπάρξει συνδικαλιστικός φορέας χωρίς Δ.Σ., Πρόεδρο, Γεν. Γραμματέα. Στο Σύλλογό μας ανώτερο όργανο είναι η Γενική Συνέλευση. Μέχρι την επόμενη Γενική Συνέλευση ρόλο συντονισμού και διεκπεραίωσης, για την υλοποίηση των αποφάσεων της προηγούμενης, έχει το ανοιχτό μάζεμα των «πρόθυμων συναδέλφων». Όποιος θέλει να βοηθήσει την δράση του Συλλόγου έχει θέση σε αυτό το ανοιχτό μάζεμα. Έχοντας κατακτήσει μια συναντίληψη για τα βασικά ζητήματα, κινούμαστε εξασφαλίζοντας την όσο το δυνατό μεγαλύτερη συμφωνία, ακόμη και την ομοφωνία. Οι διαφορετικές προσεγγίσεις που υπάρχουν συζητιούνται διεξοδικά ώστε να βρίσκεται λύση ενοποίησης όλων. Αν χρειαστεί, οι αποφάσεις θα παρθούν με ψηφοφορία στις Γενικές Συνελεύσεις.
Επιδίωξή μας είναι (και το έχουμε πετύχει), ο Σύλλογος να μπορεί να εκπροσωπείται από κάθε συνάδελφο, σε συλλογικές διαπραγματεύσεις, παραστάσεις σε εργοδότες, εργατικές διαφορές στην Επιθεώρηση Εργασίας, συνδικαλιστικές συσκέψεις…Για μας συνδικαλιστής είναι κάθε εργαζόμενος που παλεύει με συνειδητό τρόπο, δεν είναι ο εκλεγμένος σε κάποιο Δ.Σ. Στο Σύλλογο δεν προβάλλουμε πρόσωπα, προβάλλουμε τη συλλογικότητα. Από αυτή τη σκοπιά προωθούμε και την εναλλαγή στα τυπικά αξιώματα που ο νόμος απαιτεί να υπάρχουν. Ως πρόεδρος, αντιπρόεδρος, γεν. γραμματέας μπορεί να οριστούν με εναλλαγή αρκετοί συνάδελφοι». […]

- μικρο-παραταξιακοί τσακωμοί και αλληλο-υπονομεύσεις (ΖΗΤΗΜΑ ΠΑΡΑΤΑΞΕΩΝ).
… «Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, ως σωματείο νοείται το άθροισμα των παρατάξεων που υπάρχουν σε αυτό. Οι παρατάξεις λύνουν και δένουν στη ζωή του σωματείου. Στις Γ.Σ., στο Δ.Σ., στις διαπραγματεύσεις, στην εκπροσώπηση προς τα έξω, στα πάντα, οι παρατάξεις τα βρίσκουν ή τσακώνονται, μοιράζονται ή μονοπωλούν, χάνουν ή κερδίζουν πόντους στο παιχνίδι διαχείρισης των υποθέσεων του σωματείου. Τα μέλη του σωματείου υπάρχουν για να ακολουθούν, να στηρίζουν, να ψηφίζουν, να διαμεσολαβούνται από κάποια παράταξη.
Στην ιστορία του συνδικαλιστικού κινήματος, οι παρατάξεις δεν διαμορφώθηκαν ως πολιτικές και συνδικαλιστικές τάσεις – ρεύματα, όπου πολλά θα μπορούσαν να προσφέρουν στο κίνημα, αλλά αποτέλεσαν και στη συντριπτική τους πλειοψηφία αποτελούν μηχανισμούς χειραγώγησης και ελέγχου της συνείδησης των εργαζομένων. Αποτέλεσαν και αποτελούν μηχανισμούς μεταφοράς επιδιώξεων ξένων προς τα εργατικά συμφέροντα (κομματικές επιλογές). Έτσι διασπούν αντί να ενώνουν τους εργαζόμενους.
Δεν υπάρχει πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα από τον εναλλασσόμενο ρόλο «απεργού» και «απεργοσπάστη» που έχουν επιλέξει για τον εαυτό τους η ΔΑΚΕ και η ΠΑΣΚΕ, ανάλογα με το αν είναι στην κυβέρνηση η Ν.Δ. ή το ΠΑΣΟΚ. [...]


Οι Πρωτοβουλίες Σωματείων και Εργαζομένων[17]


Το «βάρος» της μάχης του Ασφαλιστικού ήταν τέτοιο που ανάγκασε πολλούς διαφορετικούς αγωνιστές να έρθουν κοντά, να γνωριστούν και να δράσουν από κοινού. Μέσα όμως σε μια μακρά περίοδο ταξικής αποσύνθεσης (ειδικά στον ιδιωτικό τομέα), ήταν κάπως αναμενόμενο να συσπειρωθούν οι «πολιτικοποιημένοι» εργαζόμενοι, οι εργαζόμενοι που ήδη βρίσκονται ή έχουν περάσει στο παρελθόν από συνδικαλιστικές παρατάξεις, σχήματα, εργατικές συλλογικότητες κτλ. Πράγματι δημιουργήθηκαν ένα πλήθος Πρωτοβουλιών, Επιτροπών κτλ. για τη μάχη του Ασφαλιστικού που η συντριπτική πλειοψηφία των συμμετεχόντων ήταν άνθρωποι που έχουν ή είχαν εμπλοκή με το εργατικό κίνημα σε ένα Α ή Β βαθμό. Οι καθημερινοί εργαζόμενοι που μπήκαν σε τέτοιες πρωτοβουλίες ήταν μετρημένοι στα δάχτυλα. Αυτό ήταν αρνητικό, αλλά και δύσκολα –λόγω αντικειμενικών συνθηκών- μπορούσε να γίνει κάτι άλλο. Οι Πρωτοβουλίες λοιπόν καλώς φτιάχτηκαν, και για να συσπειρώσουν τον «πολιτικοποιημένο» κόσμο προς μια κινηματική κατεύθυνση αλλά και για να αποτελέσουν ένα ανοιχτό σχήμα που θα επιτρέπει την πιο εύκολη πρόσβαση σε έναν καθημερινό, ανένταχτο άνθρωπο που θέλει να παλέψει (το πόσο το πέτυχαν αυτό ή όχι βέβαια είναι ζήτημα αυτό-κριτικής για την κάθε πρωτοβουλία).

Ας δούμε όμως τις Πρωτοβουλίες συγκεκριμένα:

Στην Αθήνα.
Λειτούργησαν δύο στην ουσία «κεντρικές» πρωτοβουλίες.
Η μία ήταν η «Ανοιχτή Συνέλευση Εργαζομένων-Ανέργων για το Ασφαλιστικό» που στελεχώθηκε κυρίως από ανεξάρτητους αγωνιστές, αγωνιστές που έχουν πλούσια εμπειρία και δράση μέσα στους χώρους δουλειάς τους μέσω επιτροπών, σχημάτων, συλλογικοτήτων κ.α. και που δεν ανήκαν σε κάποια κομματικο-συνδικαλιστική παράταξη. Αυτή η πρωτοβουλία ήταν και η πιο επιτυχημένη καθότι: α) συνεχίζεται ως σήμερα β) εξέφραζε ακριβώς αυτό που ήταν –μια πρωτοβουλία εργαζομένων- χωρίς να δημιουργεί ψευδείς αναπαραστάσεις για κάτι λιγότερο ή περισσότερο γ) προέβη σε ένα πλήθος παρεμβάσεων π.χ. περιφρουρήσεις στις γενικές απεργίες (αλλά και στην απεργία των ΟΤΑ, στη χωματερή), παρεμβάσεις σε μαζικούς εργασιακούς χώρους όπως η ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη του Περάματος (όπου υπήρξε και σύγκρουση με τις εκεί δυνάμεις του ΚΚΕ/ΠΑΜΕ), σε εργοστάσια, σε πολύκαταστήματα κ.α. δ) Πήρε την πρωτοβουλία για μια συντονισμένη (και με άλλες δυνάμεις) δράση απέναντι στο ΙΚΑ, αναδεικνύοντας παράλληλα το ρόλο του ιδρύματος, με προκηρύξεις και ζύμωση σε κάποιο (έστω λίγο) κόσμο (προσπάθεια που θα συνεχιστεί) ε) έθεσε έμπρακτα το ζήτημα ρήξης με τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία π.χ. στις 20 Μάρτη, μέρα ψήφισης του νομοσχεδίου, ο κόσμος της Ανοιχτής Συνέλευσης δεν έκατσε να ακούσει τη συναυλία/κοροϊδία των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ στο Σύνταγμα αλλά πήρε την πρωτοβουλία να συγκρουστεί στα λουλουδάδικα της Βουλής με τις αστυνομικές δυνάμεις δείχνοντας έστω και συμβολικά ότι άλλος πρέπει να είναι ο δρόμος για το εργατικό κίνημα. ζ) στήριξε με έμπρακτη αλληλεγγύη την καταστολή που βίωσαν άτομα της συνέλευσης (και όχι μόνο) λόγω της δράσης τους μέσα στην ασφαλιστική συγκυρία (έμπρακτη στήριξη σε απόλυση σε φαρμακοβιομηχανία, στήριξη σε περίπτωση συνδικαλιστικής φίμωσης δασκάλων, στήριξη σε απόλυση διανομέα βιβλιοπωλείου). Όλη αυτή η ταξική δράση της Ανοιχτής Συνέλευσης Αθήνας την έκανε αναμφισβήτητα την πιο πετυχημένη πρωτοβουλία που ξεπήδησε στη συγκυρία του Ασφαλιστικού.
Η δεύτερη «κεντρική» πρωτοβουλία των Αθηνών ήταν η Πρωτοβουλία 15-20 πρωτοβάθμιων σωματείων. Η κατεύθυνση αυτής της Πρωτοβουλίας ήταν εύστοχη (συσπείρωση πρωτοβάθμιων σωματείων που δεν ακολουθούν τη συναινετική γραμμή των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ αλλά ούτε και το σεχταρισμό και την πολιτική του ΚΚΕ/ΠΑΜΕ). Παρολαυτά, και με την ελλιπή ενεργοποίηση και συμμετοχή του κόσμου της βάσης των σωματείων (λόγω γενικών και όχι μόνο ειδικών συνθηκών), αυτή η Πρωτοβουλία εξέφραζε περισσότερο μια συσπείρωση των αριστερών μελών των Δ.Σ. και έτσι η δράση της ήταν αναλογικά -για το τι εξέφραζε- δυσανάλογη, μικρή. Περιπλεκόταν δε πολύ από τις διαδικασίες των Δ.Σ., που αποστραγγίζουν την ευελιξία, φρεσκάδα, αυθορμητισμό της ταξικής δράσης. Παρόλαυτα, σε καμιά περίπτωση η δράση της δεν ήταν αρνητική αλλά βοήθησε και αυτή το κίνημα.

Στην Αθήνα λειτούργησε ακόμα μια πρωτοβουλία με το όνομα «δικαίωμα» η οποία όμως ήταν ασφυχτικά δεμένη με την συνδικαλιστική παράταξη της Ένωσης Εργαζομένων και του κόμματος που εκφράζει, της ΚΟΕ. Άλλη μια πρωτοβουλία ήταν αυτή ορισμένων εργατικών σχημάτων για την οποία δεν έχω πληροφόρηση. Φαίνεται ότι συμπτύχθηκε με την πρωτοβουλία των 15-20 σωματείων. Τέλος, επιτροπές γειτονιάς δημιουργήθηκαν π.χ. Αγ.Παρασκευή, Πατήσια κ.α. που αναμφισβήτητα έπαιξαν ένα θετικό ρόλο στις κινητοποιήσεις.

Στη Θεσσαλονίκη
Από τα τέλη Οκτώβρη δημιουργήθηκε η «Πρωτοβουλία Κοινής Δράσης Εργαζομένων-Ανέργων-Νέων για τη μάχη του Ασφαλιστικού» (www.asfalistiko2007.blogspot.com). Ήταν ίσως η πρώτη πρωτοβουλία εργαζομένων που στήθηκε πανελληνίως. Αποτελούνταν από τρεις βασικές συνιστώσες: την Ταξική Πορεία (ΚΚΕμ-λ), την Αντεπίθεση Εργαζομένων (ΟΚΔΕ/Εργατική Πάλη) και λίγους ανεξάρτητους εργαζομένους οι οποίοι δεν εξέφραζαν μια συγκεκριμένη ομάδα με «μία πρόταση» αλλά που συνεργάζονταν από πριν μεταξύ τους (ένας από αυτούς κι εγώ). Κατά καιρούς στην Πρωτοβουλία πέρασαν και άλλοι άνθρωποι, άλλοι ανένταχτοι, άλλοι που είχαν σχέση με κάποια οργάνωση (ΕΣΕ, Ενάντια: ΑΡΑΝ-ΣΕΚ). Όμως η καρδιά της Πρωτοβουλίας ήταν οι τρεις συνιστώσες που περιγράφτηκαν. Η Πρωτοβουλία εξέφραζε την ανάγκη για κοινή δράση απέναντι σε ένα τόσο μεγάλο ζήτημα. Ως προς τη φυσιογνωμία της Πρωτοβουλίας (και κάθε τέτοιας πρωτοβουλίας) είχα καταθέσει συγκεκριμένο κείμενο ήδη από τις αρχές Νοέμβρη (θα το βρείτε στο www.rizospastes.blogspot.com ). Συγκεκριμένα υποστήριζα (ακολουθεί απόσπασμα):
[…]
Α) Ως προς τη φυσιογνωμία: Τι είναι η Πρωτοβουλία, τι μπορεί να κάνει και τι δεν μπορεί να κάνει;Ας ξεκινήσουμε από το τι δεν είναι η Πρωτοβουλία που είναι ίσως πιο εύκολο.Όπως και άλλοι ανέφεραν εύστοχα, η Πρωτοβουλία ΔΕΝ μπορεί να στήσει ή υποκαταστήσει επιτροπές αγώνα για το Ασφαλιστικό που ίσως αναδειχθούν μέσα στους χώρους/κλάδους. Όσα μέλη μετέχουν στην Πρωτοβουλία έχουν και την ευθύνη αυτά να θέσουν το ζήτημα στο Σωματείο τους, να ζητήσουν Γενικές Συνελεύσεις, να υποστηρίξουν το στήσιμο επιτροπής/επιτροπών αγώνα στο χώρο τους. Αν μπορούν να επηρεάσουν και όλο το Σωματείο σε αγωνιστικές αποφάσεις είναι θεμιτό. Σε όλη αυτή τη διαδικασία η Πρωτοβουλία μπορεί μόνο να παίξει υποστηρικτικό, ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΟ ρόλο στο ζήτημα της προπαγάνδας/ιδεολογικής προετοιμασίας και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να απαιτήσει/διεκδικήσει το «Δικό Της» περιεχόμενο στους χώρους, στις επιτροπές. Το περιεχόμενο είναι αποκλειστική ευθύνη των επιτροπών αγώνα (που μπορεί να επηρεαστούν από τo γενικό πνεύμα που βάζει η Πρωτοβουλία, μπορεί και όχι). Αν δημιουργηθεί Συντονιστικό Επιτροπών τότε η Πρωτοβουλία θα έχει σε μεγάλο βαθμό πετύχει το στόχο της και δεν θα έχει τελικά νόημα να υφίσταται ως «κεντρική συσπείρωση», «κόμμα του Ασφαλιστικού στη Θεσσαλονίκη» που είναι αυτή τη στιγμή.Η Πρωτοβουλία μπορεί λοιπόν, όχι να κάνει άμεση ταξική πάλη (μόνο οι εργαζόμενοι-μέλη της Πρωτοβουλίας στους χώρους τους μπορούν μαζί με τους συναδέλφους τους), αλλά να ανοίξει μια πολιτική καμπάνια για το θέμα του Ασφαλιστικού, να θέσει το ζήτημα:α) με ενημερώσεις, εκδηλώσεις, δράσεις στις γειτονιές (και σε συνεργασία με τοπικές επιτροπές, σεβόμενη πάλι την αυτοτέλεια του εγχειρήματος των τοπικών επιτροπών και του περιεχομένου που αυτές επεξεργάζονται).
β) Συσπειρώνοντας όσους και όσες δεν έχουν κάποια συλλογικότητα στο χώρο τους, δεν έχουν κάποιο σωματείο που να κινείται στοιχειωδώς και θέλουν να στηρίξουν την αντιμετώπιση της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης (άνεργοι, νέοι επισφαλείς, πολλοί εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα κτλ.). Αν κάποιος κόσμος π.χ. λίγος στον επισιτισμό, θέλει να κάνει μια εξόρμηση σε μαγαζιά και θέλει τη στήριξη της Πρωτοβουλίας, αυτό είναι θεμιτό. ΟΜΩΣ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΠΡΟΚΥΨΕΙ ΜΙΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΓΩΝΑ ΣΤΟΝ ΕΠΙΣΙΤΙΣΜΟ. Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΛΥΣΕΙ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΘΕ ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΥ ΚΛΑΔΟΥ/ΧΩΡΟΥ/ΣΩΜΑΤΕΙΟΥ ΚΤΛ. Αλίμονο! Μόνο να υποστηρίξει την οργάνωση μπορεί.γ) Η Πρωτοβουλία μπορεί να στηρίξει την επεξεργασία του ιδεολογικού περιεχομένου της ασφαλιστικής επίθεσης και να κυκλοφορήσει π.χ. μια μπροσούρα με τα συμπεράσματα της έτσι ώστε να γίνουν γνωστά από ευρύ κοινό εργαζομένων, σχημάτων, επιτροπών, σωματείων κτλ. […]
Β) Ως προς το περιεχόμενο: Η κατεύθυνση της ΠρωτοβουλίαςΑσφαλώς η Πρωτοβουλία συγκροτείται πάνω σε μια βάση, σε ένα περιεχόμενο. Πρέπει κάτι να λέει δηλαδή π.χ. με την πολιτική της καμπάνια. Είπαμε και στη Συνέλευση της 25/10 ότι το περιεχόμενο της Πρωτοβουλίας δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι ένα μονοδιάστατο πλαίσιο-γραμμή. Δεν είναι αυτή που θα δώσει «γραμμή» στους εργαζόμενους στους χώρους. Αντιθέτως πρέπει να δει το ζήτημα του ασφαλιστικού και την κατάσταση και κίνηση της εργατικής τάξης σε πραγματική βάση και να θέσει μια γενική κατεύθυνση […]
[…] Πιο συγκεκριμένα τώρα ως προς το περιεχόμενο: θεωρώ ΣΟΒΑΡΟ ΛΑΘΟΣ το να βγει η Πρωτοβουλία με ένα αυστηρό και συγκεκριμένο πλαίσιο όπως κάνουν π.χ. σωματεία, συνδικαλιστικές παρατάξεις κτλ. ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ ΑΦΟΡΑ ΒΑΣΙΚΑ ΤΟΥΣ ΙΔΙΟΥΣ ΤΟΥΣ ΑΓΩΝΙΖΟΜΕΝΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ ΚΑΙ ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΤΗΣ ΑΜΕΣΗ ΠΑΛΗΣ ΤΟΥΣ (σωματεία, επιτροπές αγώνα). Η Πρωτοβουλία ΜΠΟΡΕΙ ΜΟΝΟ να δίνει μια γενική κατεύθυνση με βάση την ΥΠΑΡΚΤΗ πραγματικότητα, τους πραγματικούς ως τώρα αγώνες και τάσεις της εργατικής τάξης. […]


Επιπλέον υποστήριζα ότι στην πρωτοβουλία θα πρέπει να συμμετέχουν εργαζόμενοι και εργατικές συλλογικότητες/σχήματα/παρατάξεις, οργανώσεις δηλαδή του εργατικού κινήματος και μόνο. Δυστυχώς όμως οι δύο βασικές συνιστώσες της Πρωτοβουλίας, Ταξική Πορεία και Αντεπίθεση, ταυτίζονταν με πολιτικές οργανώσεις, με τον κομματικό-παραταξιακό συνδικαλισμό. Δεν το ξέραμε; Το ξέραμε (εγώ και άλλοι ανεξάρτητοι εργαζόμενοι) αλλά θεωρούσαμε ότι θα λειτουργήσουν με βάση την ταυτότητα του «εργαζομένου που συσπειρώνεται από κοινού με άλλους για να φτιάξει κάτι καινούργιο». Απατηλή ελπίδα. Τα μέλη των συγκεκριμένων παρατάξεων-κομμάτων έβλεπαν περισσότερο το πώς θα σταθεί (αν όχι ηγεμονεύσει) η πολιτική γραμμή τους μέσα στην Πρωτοβουλία και πως θα συνδέσουν την Πρωτοβουλία με τον εαυτό τους για να πάρουν πολιτική υπεραξία (στο χρηματιστήριο της Άκρας Αριστεράς). Τα παραδείγματα για αυτό ήταν αναρίθμητα π.χ. όσον αφορά το ζήτημα της «γραμμής της παράταξης-κόμματος μου», ήδη κατά τη συγγραφή της πρώτης προκήρυξης της Πρωτοβουλίας πήγαμε να διαλυθούμε! Τι έγινε; Τα δύο κόμματα-παρατάξεις δεν τα έβρισκαν σε ένα σημείο του περιεχομένου. Τελικά συμβιβάστηκαν σε μια συνθετική διατύπωση που προτάθηκε εκ μέρους μου. Γενικά όσοι ήμασταν ανεξάρτητοι, όχι μόνο παίξαμε αρκετές φορές το συνθετικό κρίκο μεταξύ των διαφωνιών των κομμάτων-παρατάξεων, αλλά νομιμοποιούσαμε –όσο μπορούσαμε- και την Πρωτοβουλία ως κάτι που δεν είναι πολιτικό μέτωπο αλλά κοινωνικό. Βέβαια, δεν είχαμε και μεγάλη επιτυχία σε αυτό, η Πρωτοβουλία έπαιρνε συχνά τη μορφή του πολιτικού μετώπου (αυτό έκανε και κάποιους ανεξάρτητους αγωνιστές που γνωρίζαμε στη Θεσσαλονίκη να μη θέλουν να έρθουν σε μια πρωτοβουλία - πολιτικό μέτωπο ακροαριστερών παρατάξεων). Να φέρω εδώ και ένα παράδειγμα άντλησης πολιτικής υπεραξίας: η μία παράταξη της Πρωτοβουλίας έβγαλε –σαν κομματική οργάνωση- ίδια αφίσα με αυτήν της Πρωτοβουλίας!! (ίδια εικόνα, η κοπέλα με τη ντουντούκα)! Και όμως έγινε!

Τέλοσπαντων, η Πρωτοβουλία Κοινής Δράσης, με τις αντικειμενικές δυσκολίες που είχε λόγω σύνθεσης, έκανε μια αξιόλογη δουλειά, τόσο για τις 12 Δεκέμβρη όσο και για τις 13 Φλεβάρη. Μοίρασε χιλιάδες προκηρύξεις σε γειτονιές (περισσότερο) και σε χώρους δουλειάς (λιγότερο), παρενέβη με πανό στις δύο πορείες, πήρε την πρωτοβουλία να έρθει σε επαφή και να κάνει μια κοινή σύσκεψη και με άλλες πρωτοβουλίες που είχαν αναπτυχθεί στην Ελλάδα (εκδήλωση στις 2 Φλεβάρη)[18]. Στις 20 Φλεβάρη έκανε την τελευταία της μεγάλη ανοιχτή συνέλευση και από τότε σιγά-σιγά αποσυντονίστηκε. Οι λόγοι; Δίχως να θέλω να μπω στις (οδυνηρές) λεπτομέρειες, οι συνιστώσες της Πρωτοβουλίας δεν κατάφεραν να συντονιστούν πάνω σε δύο θέματα: α) τη δημιουργία πρωτοβουλίας σωματείων β) την κοινή δράση με τους «εργαζόμενους του ΣΥΡΙΖΑ» (ένα νεοεμφανισθέν σχήμα με μέλη της Αυτόνομης Παρέμβασης και μη) που τέθηκε ανοιχτά και επίσημα στις 20 Φλεβάρη. Και στις δύο περιπτώσεις ο κομματικός-πολιτικός επικαθορισμός των δύο βασικών συνδικαλιστικών παρατάξεων της πρωτοβουλίας (Αντεπίθεση και Ταξική Πορεία) δημιούργησε τα μεγάλα προβλήματα. Συγκεκριμένα: η Αντεπίθεση ήδη από το Φλεβάρη «έστησε» μια πρωτοβουλία σωματείων που ήταν 2 σωματεία που τα Δ.Σ. ηγεμονεύονταν από την Αντεπίθεση! Αυτή η πρωτοβουλία πήγε να στηθεί με ένα ακόμα σωματείο (ονόματα δεν χρειάζονται για να μη τα στιγματίσουμε γενικά τα σωματεία) όπου υπήρχε δυναμική παρέμβαση του ΝΑΡ (όχι και ηγεμόνευση).
3 σωματεία = 6-7 μέλη Δ.Σ. = ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΣΩΜΑΤΕΙΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ! Βγάλτε τα συμπεράσματα μόνοι σας, σχετικά με τις ψευδείς αναπαραστάσεις που λέγαμε…
Έλα μου όμως που στα τέλη Φλεβάρη έγινε και δεύτερη κίνηση για Πρωτοβουλία Σωματείων. Συγκεκριμένα, σωματεία των ΟΤΑ πήγαιναν για κινητοποιήσεις. Εκεί τέθηκε το ζήτημα συντονισμού με άλλα πρωτοβάθμια σωματεία και πέρασε (έστω και χωρίς πραγματική στήριξη -αλλά με απλή συγκατάθεση- από τους συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ στους ΟΤΑ). Την πρωτοβουλία…για μια νέα πρωτοβουλία σωματείων τη στήριξε η δεύτερη συνιστώσα της Πρωτοβουλίας Κοινής Δράσης, η Ταξική Πορεία. Τελικά, και με αφορμή ένα συλλαλητήριο στις 6 Μάρτη, οι δύο πρωτοβουλίες σωματείων περισσότερο διαχωρίστηκαν παρά συναντήθηκαν[19]. Η Θεσσαλονίκη είχε λοιπόν την ιστορική πρωτοτυπία να έχει δύο πρωτοβουλίες πρωτοβάθμιων σωματείων τον κρίσιμο Μάρτη του 2008, μία με 7 σωματεία (και συμμετείχαν μέλη Δ.Σ. από άλλα 6) και μια με 2 σωματεία (και συμμετοχή μελών Δ.Σ. από ακόμα ένα)!
Όπως καταλαβαίνετε, η Πρωτοβουλία Κοινής Δράσης, δεν μπορούσε να λειτουργήσει ικανοποιητικά όταν δύο βασικές συνιστώσες είχαν ψυχρανθεί και διαχωριστεί σε επίπεδο πρωτοβουλιών σωματείων. Παρολαυτά, έγιναν προσπάθειες συντονισμού ξανά, μια βδομάδα πριν τη ψήφιση του νόμου. Πάλι οι δυνάμεις της Πρωτοβουλίας, σε κοινή σύσκεψη με τους «εργαζόμενους του ΣΥΡΙΖΑ» δεν τα βρήκαν, πάλι δεν βγήκε κοινή συνισταμένη.
Συμπέρασμα: οι κομματικές παρατάξεις, και ας λέγονται «συνδικαλιστικές-εργατικές παρατάξεις», τείνουν τελικά στη δημιουργία πολιτικών και όχι κοινωνικών-κινηματικών μετώπων όπου ο κομματικός επικαθορισμός δεν υποχωρεί (απέναντι στην ανάγκη ενωτικής κινηματικής δράσης) για να γίνει η ανασύνθεση κάτι καινούργιου, κάτι ριζικά διαφορετικού σε μορφή και περιεχόμενο. Τα κόμματα-παρατάξεις φοβούνται να ανοιχτούν πραγματικά στις διαδικασίες, να επηρεαστούν και να επηρεάσουν, να μετασχηματιστούν σε κάτι νέο. Το μαγαζί είναι μαγαζί και έχει ιστορία (είτε είναι το ΚΚΕ είτε η ΟΚΔΕ είτε άλλα αριστερά ή αναρχικά μαγαζιά). Έτσι αυτό που αναδύεται είναι μια γκάμα πρακτικών που θα «αυτό-επιβεβαιώσουν» και συντηρήσουν το κόμμα-οικογένεια. Τι πρακτικές; Οι πρακτικές της απόσπασης πολιτικής-κομματικής υπεραξίας (καπέλωμα) και της ηγεμόνευσης («η γραμμή μου ή το διαλύουμε»)[20].


Πρωτοβουλίες σε άλλα μέρη της Ελλάδας

Πρωτοβουλίες και επιτροπές ξεπήδησαν και σε άλλες μεγάλες πόλεις της Ελλάδας: σε Βόλο και Ξάνθη (με πολύ καλή δράση όπως ενημερώθηκα), σε Ηράκλειο, Ιωάννινα, Καρδίτσα, Άρτα κ.α. Στην Πάτρα υπήρξε μάλιστα και πρωτοβουλία εργαζομένων (http://asfalish.blogspot.com/) και πρωτοβάθμιων σωματείων (με τα περισσότερα σωματεία να πρόσκεινται στο ΕΑΜ – συνδικαλιστική κίνηση που προέρχεται από το ΚΚΕ). Όλες αυτές οι Πρωτοβουλίες έπαιξαν αναμφισβήτητα θετικό ρόλο στη στήριξη της μάχης του Ασφαλιστικού στις κατά τόπους περιοχές. Η μικρή κλίμακα των επαρχιακών πόλεων φέρνει αναγκαστικά τους αγωνιστές μαζί και αναπτύσσει την τάση της ενωτικής δράσης λόγω του μικρού αριθμού αγωνιστών. Μόνο στην Αθήνα οι ομάδες έχουν την «πολυτέλεια» να κινούνται μόνες τους για να σηκώσουν ένα ζήτημα[21]. Μόνο στην Αθήνα ακόμα ήταν εφικτή μια πρωτοβουλία σαν την Ανοιχτή Συνέλευση, μια πρωτοβουλία με ικανοποιητικό απόλυτο αριθμό ανεξάρτητων αγωνιστών. Στη δε Θεσσαλονίκη, στη «μεγάλη αλλά και μικρή» μας πόλη, η Πρωτοβουλία Κοινής Δράσης ήταν ο συνδυασμός της ύπαρξης μικρομεσαίων οργανώσεων (που και χρειάζονται τους άλλους αλλά και νιώθουν ότι μπορούν να κάνουν πράγματα μόνες τους) καθώς και της ύπαρξης λίγων, «καλά συγκροτημένων» ανεξάρτητων αγωνιστών που πριμοδοτούν την κοινωνική κινηματική λογική. Αυτός ο συνδυασμός, όσο ελπιδοφόρος και δυναμικός φάνηκε αρχικά (με έναν ικανοποιητικό αριθμό αγωνιστών για παρέμβαση στην πόλη), άλλο τόσο δεν μπόρεσε να κρατήσει ως το τέλος. Η ανεξάρτητη ταξική δράση, ο πραγματικά αυτόνομος, κοινωνικός τρόπος «να κάνεις εργατική πολιτική», και ο κομματικο-παραταξιακός συνδικαλισμός, η «επικαθορισμένη από το πολιτικό γραφείο του κόμματος» εργατική πολιτική, αποδείχτηκαν τελικά αγεφύρωτα πεδία…


Ανακεφαλαιώνοντας: 6 βασικά συμπεράσματα μέσα από τη
δράση 6 μηνών (Οκτώβρης-Μάρτης 2008)


1)Η αντικειμενική κατάσταση των εργαζομένων -ειδικά στον ιδιωτικό τομέα- άφηνε λίγες δυνατότητες αντίδρασης απέναντι σε μια τόσο αποφασιστική κίνηση μεταρρύθμισης της Κοινωνικής Ασφάλισης. Ο δημόσιος τομέας (25-30% της μισθωτής εργασίας), με τη στοιχειώδη κοινωνική συγκρότηση που έχει καθώς και την καλύτερη γενική υλική βάση, μπορούσε να σταθεί καλύτερα στο ύψος των περιστάσεων.
2) Υποκειμενικά, οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα είχαν κυρίως να αντιμετωπίσουν την έλλειψη οργάνωσης, αυτό-πεποίθησης, εμπειρίας. Όλα αυτά δεν είναι άλλωστε που επιτρέπουν τον τόσο έντονο εργοδοτικό δεσποτισμό (που με τη σειρά του χτυπά τις προσπάθειες οργάνωσης και δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος); Παράλληλα, η ΓΣΕΕ, με καλά υπολογισμένες κινήσεις συναίνεσης, δεν έδωσε την ευκαιρία για ξέσπασμα των εργαζομένων (όπως η 12 Δεκέμβρη έδειξε ότι μπορούσε να συμβεί). Η μία-μόνο-απεργία μέσα στις 2 βδομάδες συζήτησης του νομοσχεδίου το Μάρτη, απέδειξε ξεκάθαρα το ρόλο των κυρίαρχων δυνάμεων στη ΓΣΕΕ (ΠΑΣΚ-ΔΑΚΕ) αλλά και του τρόπου συνδικαλισμού της ΓΣΕΕ γενικότερα. Παράλληλα αναδείχθηκαν και τα όρια της «αριστερής συνδικαλιστικής αντιπολίτευσης» και ειδικά του ΠΑΜΕ (που αντικειμενικά είχε τη δύναμη να κάνει περισσότερα στη συγκυρία από αυτά που έκανε).
3) Υποκειμενικά, οι εργαζόμενοι του δημόσιου τομέα είχαν να αντιμετωπίσουν δύο πράγματα: την κουλτούρα/εμπειρία της ανάθεσης των αγώνων στη συνδικαλιστική γραφειοκρατία (δεν πήραν την κατάσταση στα χέρια τους με διαδικασίες βάσης) και συνακόλουθα την ίδια τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία (δεξιά ή αριστερή), το μη-ριζοσπαστικό τρόπο που αγωνίζεται, τις κλασσικές θεσμικές πρακτικές της που ήταν ανεπαρκείς για μια τέτοια μάχη.
4) Ποιο νήμα συνδέει την εμφάνιση ενός γραφειοκρατικού συνδικαλισμού τόσο στο δημόσιο (κυρίαρχο φαινόμενο) όσο και σε περιπτώσεις του ιδιωτικού τομέα; Θα έλεγε κανείς το συναινετικό περιεχόμενο (π.χ. η σοσιαλδημοκρατική πολιτική). Βαθύτερα όμως θα πρέπει να κοιτάξουμε τη δομή των συνδικάτων (ακόμα και των πρωτοβάθμιων) και το πως οδηγούν στην ανάπτυξη της εκπροσώπησης-ανάθεσης- γραφειοκρατίας, και τις πρακτικές του κομματικο-παραταξιακού συνδικαλισμού, «δεξιού ή αριστερού», που βολεύεται από μια τέτοια δομή των συνδικάτων.
5) Μια άλλη αντίληψη για το συνδικαλισμό ή την ταξική δράση γενικότερα: ιδού τι χρειαζόμαστε. Μια αντίληψη όπου οι εργάτες και οι οργανώσεις τους θα είναι πραγματικά αυτόνομες από εργοδότες και κόμματα-παρατάξεις, όπου περιεχόμενο και μορφή θα βγαίνει από τους ίδιους τους εμπλεκόμενους εργαζόμενους και θα εκφράζει τις άμεσες, ζωτικές κοινωνικές τους ανάγκες και την προοπτική της χειραφέτησης τους και όχι τα κοινοβουλετικο-πολιτικά σχέδια των κομμάτων (σχέδια που γίνονται για τους εργαζόμενους αλλά με τους εργαζόμενους;)[22]. Το ζήτημα της μορφής της οργάνωσης (πρωτοβάθμιο σωματείο; εργατικό σχήμα που θα συμμετέχει και στις εκλογές του συνδικάτου; εργατική συλλογικότητα χωρίς εκλογική συμμετοχή; επιτροπές στους χώρους; ανοιχτή συνέλευση εργαζομένων; κ.α.) εξαρτάται από την ιδιαίτερη σύνθεση αλλά και ιστορία κάθε κλάδου/χώρου και το που μας οδηγεί.
6) Οι Πρωτοβουλίες που εμφανίστηκαν είχαν γενικά θετικό ρόλο. Σε καμιά περίπτωση δεν αποτέλεσαν τροχοπέδη αφού ήταν εξ’ ορισμού συσπειρώσεις σε κινηματική κατεύθυνση. Παράλληλα δεν μπορούσαν παρά να επηρεάσουν εμμέσως τα πράγματα, να «βοηθήσουν» στις ελλείψεις και αδυναμίες μιας εργατικής τάξης αδύναμης, αδύναμης μέσα στη δουλειά, μέσα στους χώρους που υπάρχει αντικειμενικά η μεγάλη δύναμη της, η άρνηση της εργασίας.


Και ένα (υποκειμενικό) χρονολόγιο
για το τι έγινε σε ένα μικρό (και ελάχιστα ζωντανό) Σύλλογο Δασκάλων στην επαρχία

14 Νοέμβρη. Η Γενική Συνέλευση του Συλλόγου Δασκάλων-Νηπιαγωγών Λαγκαδά αποφασίζει με απαρτία τα εξής: 4 γενικές κατευθύνσεις για το Ασφαλιστικό, τη συγκρότηση Επιτροπής Αγώνα του Συλλόγου (συσπείρωσε 9 συναδέλφους - 4 μέλη του Δ.Σ. εκλεγμένα με την Ανεξάρτητη Ριζοσπαστική Κίνηση/Παρεμβάσεις), την απόφαση να προχωρήσουμε σε πενθήμερες αν κατατεθεί το νομοσχέδιο, τη συμμετοχή στις απεργίες της ΔΟΕ στις 26 Νοέμβρη και 12 Δεκέμβρη, την προετοιμασία του απεργιακού ταμείου, την προετοιμασία Γενικής Συνέλευσης το Γενάρη, το συντονισμό με άλλα σωματεία, επιτροπές αγώνα κτλ. Σε πολλούς Συλλόγους ψηφίζεται επίσης η πρόταση για πενθήμερες μόλις κατατεθεί το νομοσχέδιο.

2 Δεκέμβρη. Πρώτη προκήρυξη της Επιτροπής για την απεργία στις 12 Δεκέμβρη. Ενημερώνει για τη συγκρότηση και τα καθήκοντα της Επιτροπής Αγώνα και καλεί τον κόσμο να συμμετάσχει στην Επιτροπή. Κυκλοφορούν ακόμα αφίσες της Επιτροπής καθώς και γράμμα του Συλλόγου προς τους γονείς (σε κάθε απεργία θα βγει γράμμα).

12 Δεκέμβρη - Απεργία Σεισμός που θυμίζει μέρες Γιαννίτση το 2001. 82% συμμετοχή στο Σύλλογο μας. Κατεβαίνουμε στη διαδήλωση με το πανό του Συλλόγου αλλά μόνο 20 περίπου άτομα (αυτή η αναντιστοιχία μεταξύ συμμετοχής στην απεργία αλλά όχι στη διαδήλωση, δηλαδή παθητικής συμμετοχής στην απεργία, θα συνεχιστεί). Από τότε και έπειτα σε κάθε πορεία θα είμαστε με το πανό (ο μόνος Σύλλογος Δασκάλων στη Θεσσαλονίκη με δικό του πανό), το οποίο κρατήθηκε μόνο από τα μέλη της Επιτροπής και απλά μέλη του Συλλόγου (και κανένα άλλο μέλος του Δ.Σ)! Η Επιτροπή με προκήρυξη της στις 17/12 ενημερώνει για την επιτυχία της απεργίας που οδήγησε στην παραίτηση του υπουργού Β.Μαγγίνα.

19 Δεκέμβρη - Εκδήλωση για το Ασφαλιστικό στο χωριό της Γερακαρούς. Δυστυχώς η εκδήλωση υπονομεύτηκε από ΠΑΣΚΙΤΗ μέλος του Δ.Σ. Συγκεκριμένα: οι γιατροί των Περιφερειακών Ιατρείων Γερακαρούς (Κ.Υ. Ζαγκλιβερίου) με ενημερώνουν ότι ενδιαφέρονται να γίνει μια εκδήλωση για το Ασφαλιστικό με συνδιοργάνωση από το Σύλλογο μας και τους ίδιους. Το λέω στον Πρόεδρο του Συλλόγου ο οποίος ενημερώνει τηλεφωνικά τον ΠΑΣΚΙΤΗ. Αυτός πηγαίνει στο σχολείο της Γερακαρούς και φαίνεται ότι προϊδεάζει αρνητικά τους συναδέλφους (όπως μίλησα μετά μαζί τους) ότι «ο Σύλλογος οργανώνει πράγματα χωρίς τη γνώμη σας». Όταν έγινε τελικά Δ.Σ. του Συλλόγου για να αποφασίσει παραβρέθηκα για να ενημερώσω και εγώ. Ο ΠΑΣΚΙΤΗΣ λίγο πολύ με κατηγόρησε γιατί ενημέρωσα τους γιατρούς, «τι σχέση έχουν οι ιατροί» κτλ. Για παραταξιακούς λόγους ήθελε να υπονομεύσει ακόμα και μια μικρή εκδήλωση! Η εκδήλωση έγινε τελικά στα ΚΑΠΗ της Γερακαρούς. Είχε πολύ καλό κλίμα, με 50 περίπου άτομα (κάτοικοι, ιατροί, συνάδελφοι από το Σύλλογο αλλά και από το σχολείο).

27 Ιανουαρίου – Εκδήλωση για το Ασφαλιστικό στο Λαγκαδά. Ο Σύλλογος διοργανώνει εκδήλωση με τρεις ομιλητές στο 1ο Λαγκαδά και δίνει πολύ καλό ενημερωτικό φάκελο για το Ασφαλιστικό. Η Επιτροπή Αγώνα μοιράζει: α) αποφάσεις άλλων σωματείων με τίτλο «σε αυτόν τον αγώνα δεν είμαστε μόνοι» β) άτυπο Ερωτηματολόγιο για να ανιχνεύσει τι σκέφτονται οι συνάδελφοι εκείνη την περίοδο για το περιεχόμενο και τη μορφή του αγώνα. Αν και ο αριθμός των ερωτηματολογίων μικρός (50 ερωτηματολόγια = 10% του Συλλόγου), φάνηκε ξεκάθαρα ότι οι περισσότεροι διαφωνούσαν με τα μέτρα (αμφίσημη στάση στην ενοποίηση των Ταμείων και στο αν πρέπει να χρηματοδοτηθεί το Ασφαλιστικό από το Κράτος ή τις επιχειρήσεις). Ως προς τη μορφή, φάνηκε πάλι ότι οι συνάδελφοι προέκριναν αγώνα με «άλλους», «πριν την κατάθεση των μέτρων».

29 Ιανουαρίου – Η ΔΟΕ (μετά από πρόταση των Παρεμβάσεων που στήριξε η ΠΑΣΚ) με ένα πλαίσιο που δεν είχε καθαρή πρώτη αιχμή το Ασφαλιστικό, προτείνει στους Συλλόγους να κάνουν Γενικές Συνελεύσεις μέχρι τις 22 Φλεβάρη και να αποφασίσουν για «5μερες επαναλαμβανόμενες με αρχή τις 3 Μάρτη» (προτάθηκε τελικά 10 Μάρτη επειδή αναβλήθηκαν πολλές συνελεύσεις στην Αθήνα λόγω καιρικών συνθηκών). Δημιουργείται η αναπαράσταση στον κόσμο ότι «πάμε ξανά για 5μέρες όπως πέρσι».
5 και 9 Φλεβάρη – Νέα προκήρυξη και Αφίσες της Επιτροπής Αγώνα που καλούν στην απεργία στις 13 Φλεβάρη.
13 Φλεβάρη – Δεύτερη Γενική Απεργία. Σαφώς μειωμένα ποσοστά πανελλαδικά, τόσο σε δημόσιο όσο και ιδιωτικό τομέα. Στο Σύλλογο μας είχαμε περίπου 55-60%. Το κλίμα στην πορεία της Θεσσαλονίκης είναι πιο μουδιασμένο. Η αναβολή κατάθεσης του νομοσχεδίου και «ο διάλογος» της Πετραλιά με τα συνδικάτα, η έλλειψη κινητοποιήσεων αλλά και πληροφόρησης τόσο από τις ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ όσο και από τις περισσότερες ομοσπονδίες και τα σωματεία, έχουν «παγώσει» τη διάθεση του κόσμου (σε σχέση με το τι έγινε στις 12 Δεκέμβρη). Επιπλέον, δεν είναι φανερό ακόμα το πότε θα κατατεθεί το νομοσχέδιο, λείπει ο «ορατός»στόχος στα μάτια του κόσμου.
17 Φλεβάρη –Αφισάκι της Επιτροπής Αγώνα προπαγανδίζει τη Γενική Συνέλευση του Συλλόγου.
20 Φλεβάρη – Γενική Συνέλευση του Συλλόγου μας με ελάχιστη συμμετοχή, χωρίς απαρτία και χωρίς απόφαση. Ο Πρόεδρος δεσμεύεται ότι θα μεταφέρει στην Ολομέλεια των Προέδρων της ΔΟΕ στην Αθήνα την απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του Νοεμβρίου όπως και έκανε.

3 Μάρτη – Ολομέλεια Προέδρων στην Αθήνα. Οι περισσότερες Συνελεύσεις δεν είχαν απαρτία. Οι παρατάξεις αλλάζουν τις προτάσεις τους ως εξής: ΠΑΣΚ: συντονισμό με τη Β/θμία και ακολουθούμε την ΑΔΕΔΥ (όπως και έγινε)! Παρεμβάσεις: 48ωρη στις 12-13 Μάρτη, γενικές συνελεύσεις στις 13 και κήρυξη απεργίας για όλες τις μέρες που θα συζητιόταν το ασφαλιστικό στη Βουλή. ΔΑΚΕ: μια 48ωρη. ΕΣΑΚ-ΔΕΕ: μια 24ωρη που θα την ακολουθήσει αργότερα μια 48ωρη. Αποτέλεσμα: μη-απόφαση. Κάπως έτσι ο κλάδος των 80.000 εργαζομένων, από εκεί που ήταν να κάνει πενθήμερες με την κατάθεση του νομοσχεδίου -όπως πολλές Συνελεύσεις σαν τη δική μας είπαν το Νοέμβρη- πέφτει στην πλήρη απραξία, έτοιμος να ακολουθήσει τις κινήσεις της ΑΔΕΔΥ.

6 Μάρτη – Σε μια κίνηση αιφνιδιασμού (και ενώ έχουν ξεκινήσει κινητοποιήσεις σε ΔΕΗ, ΟΤΑ κ.α.) η κυβέρνηση καταθέτει το νομοσχέδιο. Θα συζητηθεί –όπως κάθε νομοσχέδιο- μέσα σε 2 βδομάδες και θα ψηφιστεί. Το ίδιο βράδυ οι ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ κάνουν σύσκεψη και ανακοινώνουν ΜΟΝΟ ΜΙΑ ΑΠΕΡΓΙΑ ΣΤΙΣ 19 ΜΑΡΤΗ, μετά από 2 βδομάδες! (και ενώ είχαν δεσμευτεί για απεργία την πρώτη μέρα κατάθεσης του νομοσχεδίου). Ανακοινώνουν ακόμα μία στάση εργασίας (!) στις 12 Μάρτη. Φοβήθηκε η Κυβέρνηση…

11 Μάρτη – Ο Σύλλογος μας συμμετέχει μαζί με άλλα 6 σωματεία σε Συλλαλητήριο Πρωτοβάθμιων Σωματείων για το Ασφαλιστικό στη Θεσσαλονίκη. Μηδαμινή συμμετοχή μελών του Συλλόγου.

19-20 Μάρτη – Η ΔΟΕ καλεί σε απεργία στις 19-20 Μάρτη μαζί με την ΟΛΜΕ. Στην απεργία στις 19 Μάρτη έχουμε στο Σύλλογο περίπου 60%, στις 20 Μάρτη έχουμε περίπου το μισό. Αυτό δείχνει ότι οι συνάδελφοι καταλάβαιναν ότι πρόκειται για «απεργίες για την τιμή των όπλων». Πράγματι, στις 20 το νομοσχέδιο ψηφίζεται.

Για την ευθύνη όσων γράφονται:

Μέλος της Επιτροπής Αγώνα του Συλλόγου Δασκάλων-Νηπιαγωγών Λαγκαδά,
Μέλος της «Πρωτοβουλίας Κοινής Δράσης Εργαζομένων-Ανέργων-Νέων για τη μάχη του Ασφαλιστικού»
στη Θεσσαλονίκη
18-Απριλίου-2008


[1] Αν είναι και η εγκυρότητα των γκάλοπ είναι πάντα αμφισβητήσιμη, έρευνα της ALCO για τη ΓΣΕΕ (17-20/3) έδειχνε ότι το 60,5% των νεοδημοκρατών ψηφοφόρων ήθελε να αποσυρθεί το νομοσχέδιο. Ποσοστό πολύ μεγάλο που πιθανότατα αφορά μισθωτούς.
[2] Το επίσημο ποσοστό ανεργίας (στο σύνολο του εργατικού δυναμικού) ήταν 2-3% τη δεκαετία του ’70, 4% το 1981 και από το 1983 ως το 1991 σταθεροποιείται μεταξύ 7-8%. Από το ’91 και μετά η ανεργία παίρνει την «ανιούσα»: 7,7% το ’91, 8,7% το ’92, 9,7% το ’93 και από τότε κυμαίνεται στο 8%-12%. Στοιχεία της ΕΣΥΕ. (Προσοχή: επί των μισθωτών, που αυτούς πιέζουν στην ουσία οι άνεργοι, το ποσοστό είναι πολύ μεγαλύτερο. Επιπλέον τα παραπάνω ποσοστά είναι της «επίσημης» ανεργίας που δίνει η ΕΣΥΕ).

[3] Ενδεικτικά, οι απασχολούμενοι είναι 3.715.363 το 1993 και ανεβαίνουν σταθερά και συνεχώς για να φτάσουν το 2006 τους 4.452.816 (αύξηση 22%)! Πηγή: Ετήσια έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ για την ελληνική οικονομία και απασχόληση για το 2007, http://www.inegsee.gr/ekthesi2007/ekthesi2007.htm

[4] Ενδεικτικά, από το 1993 ως το 2005, ενώ «χάθηκαν» 245.000 θέσεις στον πρωτογενή τομέα (που μάλλον πολλές δεν χάθηκαν αλλά καλύφθηκαν από τη «μαύρη» εργασία των μεταναστών), «δημιουργήθηκαν» 82.000 στο δευτερογενή και 827.000 στον τριτογενή! Πηγή: Ετήσια έκθεση του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ 2007.
[5] Ελεύθερος χρόνος, καλύτερες αποδοχές, χαλαρότεροι ρυθμοί κ.α.: αυτά συσχετίζονται και με την εξασφάλιση της συναίνεσης/πειθάρχησης αλλά και με τη μη-άντληση άμεσης υπεραξίας από τους περισσότερους δημόσιους τομείς.

[6] Σήμερα υπάρχουν: 1.004.873 δημόσιοι, 1.829.271 ιδιωτικοί και περίπου 1.100.000 «μαύροι» εργαζόμενοι! Πηγή: Ετήσια έκθεση του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ 2007.

[7] Μερικά σχόλια για τις εκλογές, τα ποσοστά, τα γκάλοπ κτλ.: Ο κόσμος εκφράζει στα γκάλοπ και τις εκλογές με τον «εύκολο» και «ακίνδυνο» τρόπο, με τη διαμεσολάβηση δηλαδή των κομμάτων του Κοινοβουλίου, την αντίδραση του στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Δεν ψήφισε την Αριστερά, αλλά «στράφηκε προς τα αριστερά», εξέφρασε τη νέα ταξικότητα που έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια: νέοι, μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα, κάτοικοι των αστικών κέντρων, αυτοί είναι που έχουν δεχθεί τα μεγάλα πλήγματα και αποδοκίμασαν κυρίως τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές (δες κοινωνιολογική ανάλυση της ψήφου σε Καθημερινή 18/9/2007). Σε ένα δεύτερο βαθμό αντέδρασαν οι μισθωτοί του «περιφερειακού Κράτους» που απαξιώνεται (νοσοκομεία, δήμοι, σχολεία κτλ.). Και κάτι ακόμα: στο σύνολο των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων στις εκλογές του Σεπτέμβρη, η ΝΔ κυβερνά με το 30,19%, το ΠΑΣΟΚ πήρε 27,49%, η αποχή ήταν τρίτο κόμμα με 25,85%, το ΚΚΕ πήρε 5,88%, ο ΣΥΡΙΖΑ πήρε 3,64%, ο ΛΑΟΣ πήρε 2,73%, τα άκυρα ήταν 1,49% και τα λευκά 0,47%. Άρα δεν θα πρέπει να παίρνουμε «τις μετρητοίς» τα ποσοστά και τα γκάλοπ όταν δεύτερο κόμμα στην Ελλάδα είναι η «αποχή-άκυρο-λευκό»! (και μάλιστα χωρίς να λογαριάζονται οι 1 εκατομμύριο μετανάστες που ζουν πια στη χώρα μας). Εννοώ πως οι αριθμοί των γκάλοπ αφήνουν και χιλιάδες ανθρώπους...απ’ έξω...
[8] Ήδη από τις 12 Δεκέμβρη φάνηκε ότι ένα σημαντικό πλήθος κόσμου κατέβαινε στη διαδήλωση της Αθήνας χωρίς συνδικάτο ή πολιτική οργάνωση-σπίτι. Πολύς κόσμος από αυτούς ήταν άτομα από τον ιδιωτικό τομέα που απέργησαν με ρίσκο. Βέβαια οι περισσότεροι εργαζόμενοι στοιχίζονταν πίσω από τα σωματεία τους. Εδώ να σημειώσουμε και τη σημαντική παρουσία φοιτητών στις πορείες (ειδικά στη Θεσσαλονίκη) και την ενασχόληση τους με το Ασφαλιστικό (π.χ. εκδήλωση σχημάτων με θέμα το Ασφαλιστικό). Οι περσινές τους κινητοποιήσεις άφησαν λοιπόν μια θετική κληρονομιά, μια «νέα» σχέση των φοιτητών με τον κόσμο της εργασίας.

[9] Π.χ. Ο Σύνδεσμος Βιομηχάνων Βορείου Ελλάδος έδωσε 33% συμμετοχή στην απεργία στις 12 Δεκέμβρη. Είναι πολύ σημαντικό το ότι 1 στους 3 εργαζόμενους απέργησε στα εργοστάσια (Πηγή: Μακεδονία, 14/12/2007).

[10] Τα λιμάνια βρίσκονταν και βρίσκονται σε κινητοποίηση αλλά με αιχμή το θέμα της ιδιωτικοποίησης. Δυστυχώς οι λιμενεργάτες –και όσον αφορά τη Θεσσαλονίκη- στηρίζονται πολύ στην υλική δύναμη της θέσης τους και δεν έχουν κάνει καμιά σοβαρή προσπάθεια κοινωνικοποίησης του αγώνα τους π.χ. με διαδηλώσεις, εκδηλώσεις, ανοιχτές συνελεύσεις κ.α. Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν την Τρίτη 15 Γενάρη, 300 άτομα βρέθηκαν στο λιμάνι για να στηρίξουν το «σπάσιμο» της διαδικασίας πώλησης του λιμανιού από τη διοίκηση του ΟΛΘ, οι ίδιοι οι εργαζόμενοι που εμφανίστηκαν ήταν ελάχιστοι!!


[11] Αυτό ήταν το δυνατό όπλο των δασκάλων που το χρησιμοποίησαν κατά κόρον στην απεργία τους καθότι έπασχαν αντικειμενικά –λόγω θέσης- στην άμεση υλική δύναμη του αγώνα π.χ. δεν μπλοκάρουν υλικά εμπορεύματα όπως οι λιμενεργάτες ή δεν μπλοκάρουν τις συναλλαγές όπως οι εργαζόμενοι της Τράπεζας της Ελλάδος.

[12] Στη Γαλλία το 1995 έκαναν απεργία ενάντια σε ασφαλιστικό νόμο κυρίως οι σιδηροδρομικοί. Όμως άνοιξαν τον αγώνα τους στην κοινωνία με ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΕΙΣ ΣΤΟΥΣ ΣΤΑΘΜΟΥΣ ΤΩΝ ΤΡΕΝΩΝ όπου δεν μαζεύονταν μόνο οι απεργοί αλλά και άλλοι αλληλέγγυοι εργαζόμενοι και μη-εργαζόμενοι (άνεργοι, φοιτητές, νοικοκυρές). Έτσι τα κατάφεραν! Δυστυχώς στην Ελλάδα τέτοιες πρακτικές δεν στηρίζονται, ούτε καν από τους λεγόμενους «αριστερούς» συνδικαλιστές. Αυτό έχει μια εξήγηση που ίσως ξεχνάμε: όταν οι αριστεροί -μετά κόπων και βασάνων- καταφέρνουν να εκλέγονται (εις βάρος των ατσίδων στο κοινοβουλευτισμό σοσιαλδημοκρατών), όταν καταφέρνουν να έχουν «θέση», ε τότε την υπερασπίζονται για τα καλά και μπορεί να γίνουν και πιο θεσμολάγνοι και από τους σοσιαλδημοκράτες! Αυτό συμβαίνει κυρίως στο δημόσιο τομέα, τον κύριο χώρο αναφοράς της σοσιαλδημοκρατίας (όπου η ΠΑΣΟΚτζίδικη γραφειοκρατία των ΔΕΚΟ ελέγχει και τη ΓΣΕΕ).

[13] Οι δυνατότητες που δίνουν οι ζωντανές, μαζικές Γενικές Συνελεύσεις με τον αυθορμητισμό τους μπορεί να ξεπεράσουν κάθε φαντασία. Δείτε π.χ. τι έγινε στην πρόσφατη ζωντανή Γενική Συνέλευση των δικηγόρων στη Θεσσαλονίκη (στο http://regimientocinqo.wordpress.com/)
[14] Μόνο στη ΔΕΗ και στους ΟΤΑ αναγκάστηκαν να κουνηθούν από τη δυναμική πίεση της βάσης. Και αυτό μας δείχνει τις μεγάλες μας ευθύνες σαν βάση, τη δύναμη μας.
[15] Και δεν είναι και λίγα π.χ. Εργατικό Κέντρο Λάρισας, Αγρίνιου, Ζακύνθου, Φωκίδας, Σάμου, Λέσβου, Θεσπρωτίας, Νάουσας κ.α. Οι Ομοσπονδίες Οικοδόμων, Φαρμάκου, Γάλακτος - Τροφίμων - Ποτών, Λογιστών κ.α.
[16] Αν και μη-κομματικές, δηλαδή οι Παρεμβάσεις δεν είναι ιμάντας μεταβίβασης της γραμμής ενός κόμματος και επίσης αποτελούνται από ένα πλήθος ανεξάρτητων ανθρώπων με διαφορετικές ιδεολογικές αναφορές, εντούτοις συχνά προσιδιάζουν μια «κομματική παράταξη», δηλαδή κάνουν σε μεγάλο βαθμό «συνδικαλισμό κορυφής» με κυρίαρχη γραμμή αυτήν που βγαίνει από τα σχήματα και τις εσωτερικές πολιτικές ομάδες (ΝΑΡ) των Αθηνών. Τόσο στην απεργία του 2006 όσο και φέτος φάνηκε ότι έχουν εγκλωβιστεί στο «τι θα γίνει στη ΔΟΕ» και στην εκλογική λογική, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα την παρέμβαση στη βάση π.χ. με Επιτροπές, Πρωτοβουλίες, έμφαση στην αναζωογόνηση των Γενικών Συνελεύσεων κτλ. Είναι χαρακτηριστικό ότι μέσα στη συγκυρία του Ασφαλιστικού δεν στήριξαν με όση θέρμη έπρεπε τη δημιουργία και δράση Επιτροπών Αγώνα (και ενώ υπήρχε ευκαιρία να δημιουργηθούν Επιτροπές Αγώνα στις Γενικές Συνελεύσεις του Νοέμβρη). Αναμφίβολα η υποκειμενική κατάσταση του κλάδου ήταν δύσκολη αλλά από την άλλη, πως παρεμβαίνεις σε αυτή, πως την αλλάζεις; Αναπαράγοντας όσα κάνουν οι αμιγώς κομματικές παρατάξεις; Ακολουθώντας τη θεσμολαγνεία του παραδοσιακού-συντεχνιακού συνδικαλισμού; Πιο σφοδρή κριτική στις Παρεμβάσεις στη συγκυρία του Ασφαλιστικού υπάρχει από δασκάλους των Αθηνών στο www.rizospastes.blogspot.com .

[17] Με το «εργαζομένων» εννοώ και ανέργους, νέους, φοιτητές κτλ.
[18] Σε αυτή την εκδήλωση έγινε περισσότερο μια ενημέρωση του τι γίνεται κατά τόπους και δυστυχώς δεν μπήκαν γερά θεμέλια για ένα περαιτέρω συντονισμό των Πρωτοβουλιών. Μια πρόταση για μια ακόμα συνάντηση «προς τα νότια» έμεινε στα χαρτιά.
[19] Οι βαθύτεροι λόγοι, τουλάχιστον για την Αντεπίθεση/Πρωτοβουλία 2 σωματείων, ήταν η εμπλοκή και παραγόντων του ΣΥΡΙΖΑ στην άλλη πρωτοβουλία των 7 σωματείων και η διαφορά περιεχομένου με το κόμμα του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ.
[20] Στη Θεσσαλονίκη έγιναν και δύο πρωτοβουλίες γειτονιάς. Μία Ανατολικά και μία Δυτικά. Και οι δύο από κόσμο από την Ταξική Πορεία/ΚΚΕμ-λ. Και στις 2 δεν τα βρήκαν τα μέλη της Ταξικής Πορείας με τα μέλη της Αντεπίθεσης ως προς το περιεχόμενο -και ενώ στην Πρωτοβουλία Κοινής Δράσης συμμετείχαν με ένα περιεχόμενο «συμβιβασμού» (όπως το θεωρούσαν). Αυτό το γεγονός αποδεικνύει ότι όταν δεν υπήρχε ο «κρίκος των ανεξάρτητων» που ένωνε την κεντρική Πρωτοβουλία Κοινής Δράσης, ο κομματικός επικαθορισμός ήταν τόσο έντονος που δεν μπορούσαν να τα βρούνε μεταξύ τους!!!
Και κάτι ακόμα: στη Θεσσαλονίκη, και όσον αφορά το ζήτημα του Ασφαλιστικού, εμφανίστηκε και το «Συντονιστικό για την άμεση δράση των από κάτω» μια μικρή συσπείρωση από άτομα της ΕΣΕ, της αντιεξουσιαστικής κίνησης κ.α. Φυσικά δεν ήταν συντονιστικό «από κάτω» αλλά «από πάνω»: δηλαδή μια πρωτοβουλία αναρχικών/αντιεξουσιαστών (οι οποίοι φαίνεται ότι ακόμα δεν έχουν κατακτήσει το τι σημαίνει πραγματικά «από κάτω»)…
[21] Και αυτό όχι πάντα: πολλές φορές είναι ψευδαίσθηση ότι οι διάφορές ομάδες μπορούν να σηκώσουν μόνες τους ένα μεγάλο ζήτημα στην Αθήνα. Αλλά βλέπετε είναι στην Αθήνα που βγαίνει η «κεντρική γραμμή» (για κοινωνικούς-ιστορικούς λόγους) και μπαίνει έντονα το ζήτημα της αυτό-επιβεβαίωσης των ομάδων.
[22] Στην Ελλάδα είμαστε πολύ μακριά σήμερα από το «κόμμα της FIAT Mirafiori» (Ιταλία του ’70), από τέτοιας δυναμικής πολιτικό-συνδικαλιστική συγκρότηση των εργαζομένων που στην ουσία «οι καθημερινοί εργαζόμενοι και η κίνηση και δικτύωση τους γίνεται το κόμμα». Επιπλέον, για ιστορικούς λόγους, μας λείπουν δραματικά εμπειρίες τέτοιας συγκρότησης/τάσης της εργατικής χειραφέτησης στο εργατικό κίνημα. Μόνο τα εργοστασιακά σωματεία του ’70-’80 έφτασαν σε έναν ακμαίο βαθμό πολιτικο-συνδικαλιστικής συγκρότησης που όμως δεν μπόρεσε να σταθεί απέναντι στην πιο δυναμική «πολιτική της ενσωμάτωσης» του ΠΑΣΟΚ/Κράτους το ’80. Αυτό βέβαια δεν πρέπει να μας αποθαρρύνει και έτσι να ζητάμε/επικαλούμαστε «ένα επαναστατικό κόμμα των πρωτοπόρων εργατών που θα δώσει τη σωστή συνείδηση και καθοδήγηση» για να λύσει ή να στηρίξει τη λύση των προβλημάτων μας ή να μας σώσει από την ήττα/ενσωμάτωση των αγώνων μας. Ο 20ος αιώνας απέδειξε περίτρανα τα όρια αυτού του κόμματος σε όλα τα μέτωπα (από τη Ρωσία ως την Ελλάδα). Για μια περαιτέρω συζήτηση περί τάξης και κόμματος πάντως δείτε και στο περιοδικό «Blaumachen», τεύχος 2, «Μπορντίγκα εναντίον Πάνεκουκ: Κόμμα, Τάξη και Κομμουνισμός», www.blaumachen.gr. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η άποψη του Amadeo Bordiga για το «υλικό» -και όχι το «επίσημο»- κόμμα, το κόμμα ως «διάχυτο κίνημα ριζοσπαστικών μειοψηφιών» όταν «η τάξη κινείται-γίνεται-συμβαίνει».

Τετάρτη, 23 Απριλίου 2008

Το αφεντικό της VPRC...

Αναδημοσιεύουμε μια αφίσα που βγήκε από εργαζόμενους στη VPRC που είναι ίσως η πιο γνωστή εταιρεία δημοσκοπήσεων. Ενημερώνει για τις συνθήκες εργασίας εκεί και δημοσιεύτηκε στο http://www.indy.gr/ Υπενθυμίζουμε ότι επικεφαλείς της εταιρείας είναι οι "αριστερών φρονημάτων" Γιάννης Μαύρης και Χριστόφορος Βερναρδάκης. Kάντε κλικ πάνω στην αφίσα για να δείτε τι γράφει ακριβώς.



Ο Λιακόπουλος ως...εργοδότης.

Ζουν ανάμεσά μας!!

Τον τελευταίο καιρό συμβαίνουν παράξενα και τραγελαφικά γεγονότα στις εκδόσεις Λιακόπουλος (ΑΣΑΝΑ ΕΠΕ). Ναι, καλά διαβάσατε! Σε αυτόν τον εκδότη που παπαριάζει τα μυαλά των ανθρώπων με ιστορίες για Νεφελίμ, Ελοχίμ και άλλους αγρίους. Το τρέξιμο πάει σύννεφο! Δρομολόγια των εξωτερικών διανομέων από Πέραμα μέχρι Σούνιο και από Γλυφάδα μέχρι Ωρωπό… Μόνο δρομολόγια από την κοίλη Γη μέχρι τις πολυκατοικίες στον πλανήτη Άρη δεν έχουν γίνει ακόμα -αν και τα μεταφορικά που χρεώνει στους πελάτες για τέτοιες αποστάσεις είναι-… Συνεχής και έλεγχος με τηλέφωνα αλλά και παρακολούθηση από κάμερες στην αποθήκη. Ολόκληρη βιομηχανία υποταγής συνειδήσεων… Και μέσα σε όλο αυτά να πλήρωνε και καμιά υπερωρία! Κατά δήλωση του ιδίου, οι υπερωρίες δεν πληρώνονται αφού «νέα παιδιά είστε, αντέχετε».Και οι πουτινιές δεν τελειώνουν εδώ.

Όταν η πραγματικότητα ξεπερνά και την πιο αχαλίνωτη φαντασία

Οι εκδόσεις Λιακόπουλος θεώρησαν πως μπορούν να απαλλαγούν από το περιττό εργατικό-μισθολογικό κόστος. Έτσι, πριν μερικές μέρες προχώρησαν σε μια συνειδητά σχεδιασμένη ενέργεια. Αφού πρώτα μείωσαν τους μισθούς (περιορισμός των bonus) και εντατικοποίησαν τρομερά τη δουλειά, εν συνεχεία ανακοίνωσαν στους διανομείς ότι από εδώ και στο εξής καταργούνται οι συμβάσεις με το ΙΚΑ (μέσω οικιοθελούς-υποχρεωτικής παραίτησης) και μετατρέπονται οι εργασιακές σχέσεις σε ΤΕΒΕ δελτίο παροχής υπηρεσιών. Αντίθετη άποψη δεκτή : ΑΠΟΛΥΣΗ. Και αυτό έγινε τελικά. Όσοι συνάδελφοι αρνήθηκαν να αποδεχτούν τα νέα δεδομένα (τηλεφωνήτριες, διανομείς) απολύθηκαν, συνολικά έξι στον αριθμό και έπεται συνέχεια. Απειλές σε όσους συμμετείχαν στις απεργίες, αναγκαστικές άδειες σε δηλωμένες απεργίες, απόλυση συναδέλφου στις 18 Μάρτη, μια μέρα πριν την απεργία, συμπληρώνουν το αντιδραστικό σκηνικό.

Δεν τρώμε βαλανίδια

Η κυβέρνηση και η εργοδοσία έχουν αποκαλύψει τις προθέσεις τους! Ελαστικές σχέσεις, εξοντωτική δουλειά και μισθοί πείνας συνθέτουν τη μίζερη πραγματικότητα που ζούμε σαν εργαζόμενοι. Ταυτόχρονα, η επέκταση των ορίων ηλικίας για συνταξιοδότηση και οι συντάξεις των 500 ευρώ διαμορφώνουν ένα ζοφερό μέλλον.
Η μόνη λύση είναι ο συλλογικός αγώνας για τα δικαιώματά μας, για όλα όσα μας ανήκουν. Όλοι οι εργαζόμενοι πρέπει να σηκωθούμε από καναπέδες-ντιβάνια-κρεβάτια-πολυθρόνες και να βγούμε στους δρόμους. Να οργανωθούμε στο σωματείο μας και συλλογικά να διεκδικήσουμε την ανατροπή των αντιασφαλιστικών μεταρρυθμίσεων.
Για το ζήτημα των συναδέλφων στις εκδόσεις Λιακόπουλος, διεκδικούμε:

-Καμία αλλαγή των εργασιακών σχέσεων από ΙΚΑ σε ΤΕΒΕ. Μόνο σταθερές εργασιακές σχέσεις ΙΚΑ.
-Να αποσυρθεί η κάμερα από την αποθήκη.
-Καταβολή ΟΛΩΝ των χρωστούμενων στους εργαζομένους.
-Αύξηση των μισθών.
-Να σπάσει η τρομοκρατία στις εκδόσεις Λιακόπουλος.


ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΒΙΒΛΙΟΥ-ΧΑΡΤΟΥ ΑΤΤΙΚΗΣ
Λόντου 6 (βʼ όροφος) Εξάρχεια, ΤΗΛΕΦ.: 210-3820537

Μάθε τα δικαιώματα σου...Δώρο Πάσχα.

Καθότι είναι μακράν διαπιστωμένο ότι οι περισσότεροι εργαζόμενοι δεν γνωρίζουν βασικά νόμιμα δικαιώματα τους, από εδώ και πέρα θα κάνουμε και ενημερωτικές δημοσιεύσεις. Ακολουθούν οδηγίες για το δώρο Πάσχα που εξέδωσε ο Σύλλογος Βιβλίου-Χάρτου Αττικής.


Ποιοι δικαιούνται Δώρο Πάσχα;

Όλοι οι μισθωτοί που απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου δικαιούνται να λάβουν από τον εργοδότη τους Δώρο Πάσχα.
Για τον υπολογισμό του ποσού του Δώρου Πάσχα λαμβάνεται υπʼ όψη ο τρόπος αμοιβής των μισθωτών δηλαδή αν αμείβονται με ημερομίσθιο ή με μισθό.
Η χρονική περίοδος που υπολογίζεται το Δώρο αρχίζει από την 1 Ιανουαρίου μέχρι 30 Απριλίου κάθε έτους. Συνεπώς αν κάποιος εργαστεί ολόκληρο το ανωτέρω χρονικό διάστημα που αναφέραμε δικαιούται να λάβει μισό μηνιαίο μισθό αν αμείβεται με μισθό και 15 ημερομίσθια αν αμείβεται με ημερομίσθιο.
Σε περίπτωση όμως που η σχέση εργασίας κάποιου μισθωτού με τον εργοδότη του, δεν είχε διάρκεια ολόκληρο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα που αναφέραμε είτε γιατί αποχώρησε οικιοθελώς από την εργασία του, είτε γιατί απολύθηκε, δικαιούται να λάβει αναλογία Δώρου η οποία υπολογίζεται ως εξής: Προκειμένου για αμειβόμενο με μισθό, ποσό ίσο με 1/15 του μισού μηνιαίου μισθού ή ένα ημερομίσθιο ανάλογα με το συμφωνημένο τρόπο αμοιβής, για κάθε 8 (οκτώ) ημερολογιακές ημέρες. Σε περίπτωση που κάποιος εργαστεί λιγότερο από οκτώ ημέρες δικαιούται ανάλογο κλάσμα για Δώρο Πάσχα.

Πότε καταβάλλεται το Δώρο Πάσχα;
Το Δώρο Πάσχα καταβάλλεται την Μεγάλη Τετάρτη, εννοείται βέβαια ότι ο εργοδότης μπορεί να καταβάλλει το δώρο και νωρίτερα από την παραπάνω ημερομηνία. Για το Δώρο Πάσχα παρακρατούνται εισφορές υπέρ του ΙΚΑ και Φόρου Μισθωτών Υπηρεσιών. Το δώρο Πάσχα σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται να καταβληθούν σε είδος, αλλά μόνο σε χρήμα.

Χρόνοι που συνυπολογίζονται στο Δώρο Πάσχα
- Να επισημάνουμε ωστόσο ότι δεν αφαιρείται αλλά λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του Δώρου Πάσχα ο χρόνος υποχρεωτικής αποχής από την εργασία των γυναικών πριν και μετά τον τοκετό.
- Tο χρονικό διάστημα κατά το οποίο εργαζόμενος σπουδαστής έλαβε σπουδαστική άδεια προκειμένου να συμμετάσχει σε εξετάσεις.
- Ο χρόνος άδειας λουτροθεραπείας, εφόσον υπάρχει γνωμάτευση από ασφαλιστικό οργανισμό.
- Αν ο μισθωτός ασθένησε κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα θα αφαιρεθούν μόνο οι ημέρες που έλαβε επίδομα ασθενείας απ τον Ασφαλιστικό Φορέα. Παράδειγμα: Αν ένας μισθωτός απουσίασε από την εργασία του λόγω ασθένειας 60 μέρες και πήρε επίδομα ασθενείας από το Ασφαλιστικό του Ταμείο μόνο για 40 ημέρες, θα αφαιρεθούν από το χρονικό διάστημα της εργασιακής σχέσης μόνο οι 40 ημέρες για τις οποίες επιδοτήθηκε και όχι οι 60.

Χρόνοι που δεν συνυπολογίζονται στο Δώρο Πάσχα
- Δεν υπολογίζονται οι μέρες κατά τις οποίες ο μισθωτός απείχε από την εργασία του αδικαιολόγητα ή λόγω άδειας χωρίς αποδοχές.
- Δεν λαμβάνεται υπ όψιν το διάστημα απουσίας των εργαζομένων λόγω συνδικαλιστικής δραστηριότητας (δηλαδή ο χρόνος της συνδικαλιστικής άδειας)
- Σχετικά με την απεργία η δικαστηριακή νομολογία δέχεται ότι οι ημέρες της απεργίας δεν υπολογίζονται στο χρόνο διάρκειας της εργασιακής σχέσης ,γιατί η αποχή του μισθωτού οφείλεται σε δική του θέληση και δεν μπορεί επομένως να χαρακτηριστεί σαν δικαιολογημένη απουσία, κατ αναλογία το ίδιο ισχύει και με τις στάσεις εργασίας αφού και αυτές αποτελούν στην πραγματικότητα απεργία.

Υπολογισμός του Δώρου
Βάση υπολογισμού του δώρου αποτελούν οι αποδοχές που πραγματικά καταβάλλονται στους μισθωτούς κατά την 15η ημέρα πριν από το Πάσχα. Σε περίπτωση που η εργασιακή σχέση έχει λυθεί πριν από την παραπάνω ημερομηνία το Δώρο Πάσχα υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές που καταβάλλονταν την ημέρα που λύθηκε η εργασιακή σχέση.
Σαν καταβαλλόμενος μισθός ή ημερομίσθιο είναι το σύνολο των τακτικών αποδοχών. Στη έννοια των τακτικών αποδοχών περιλαμβάνονται ο μισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς και κάθε άλλη παροχή (είτε σε χρήμα είτε σε είδος, όπως υπερεργασία, νόμιμη υπερωρία, επίδομα αδείας, επίδομα ισολογισμού, επιδόματα για τροφή, κατοικία, κτλ) εφʼ όσον καταβάλλεται από τον εργοδότη σαν αντάλλαγμα της παρεχόμενης από τον μισθωτό εργασίας, τακτικά κάθε μήνα, ή κατʼ επανάληψη περιοδικά σε ορισμένα διαστήματα του χρόνου.
Όπως προαναφέραμε στις τακτικές αποδοχές συνυπολογίζεται και το επίδομα αδείας. Συνεπώς ο μισθωτός θα λάβει το Δώρο Πάσχα προσαυξημένο με τον συντελεστή αδείας ο οποίος ανέρχεται σε 0,041666 π.χ εργαζόμενος με δώρο Πάσχα 900 ευρώ, με την προσαύξηση του συντελεστή αδείας θα πρέπει να πάρει 938 ευρώ.


Τι ισχύει για τις αργίες και τις εργάσιμες ημέρες την περίοδο των γιορτών του Πάσχα;


Η Μεγάλη Παρασκευή δεν ανήκει στις υποχρεωτικές αργίες, συνεπώς επιτρέπεται αυτή την ημέρα η λειτουργία των επιχειρήσεων και η απασχόληση των μισθωτών στον ιδιωτικό τομέα, με εξαίρεση τους κλάδους των μισθωτών για τους οποίους προβλέπεται η εν λόγω ημέρα ως αργία, βάσει ειδικών διατάξεων (διατάγματα, υπουργικές αποφάσεις, συλλογικές συμβάσεις, διαιτητικές αποφάσεις κλπ). Ειδικά για τα καταστήματα σύμφωνα με το άρθρο 4 του Β.Δ 748/66, απαγορεύεται η απασχόληση των μισθωτών και η λειτουργία των καταστημάτων μέχρι της 1ης μ.μ. της Μεγάλης Παρασκευής. Παράλληλα όμως είναι δυνατόν με απόφαση του Νομάρχη και μετά από σύμφωνη γνώμη των οικείων επαγγελματικών, εργοδοτικών και εργατικών οργανώσεων, να ορισθεί και διαφορετικά η λειτουργία των καταστημάτων την παραπάνω ημέρα εφόσον οι τοπικές συνθήκες το επιβάλλουν (Ν.425/76).


Το Μεγάλο Σάββατο, θεωρείται εργάσιμη ημέρα για τους απασχολούμενους στον ιδιωτικό τομέα.


Για την Κυριακή του Πάσχα, ισχύει ό,τι και για τις υπόλοιπες Κυριακές, δηλαδή απαγορεύεται η εργασία των εργαζομένων. Επομένως, όσοι από τους μισθωτούς απασχοληθούν την ημέρα αυτή δικαιούνται τα παρακάτω:
Αν αμείβονται με ημερομίσθιο, δικαιούνται να λάβουν το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο για κάθε ώρα εργασίας τους, προσαυξημένο κατά ποσοστό 75% επί του νόμιμου ωρομίσθιου. Στην περίπτωση που απασχοληθούν άνω των 5 ωρών δικαιούνται και αναπληρωματική ανάπαυση, σε άλλη εργάσιμη μέρα της εβδομάδας.
Αν αμείβονται με μισθό , δικαιούνται να λάβουν ως αμοιβή προσαύξηση 75% στο νόμιμο ωρομίσθιο, για όσες ώρες απασχολήθηκαν και αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης. Εάν δεν δοθεί αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης δικαιούνται να λάβουν ως πρόσθετη αμοιβή το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο για κάθε ώρα απασχόλησης . Η αμοιβή αυτή θα υπολογιστεί βάσει του καταβαλλόμενου ωρομισθίου, ως αποζημίωση για την στέρηση της αναπληρωματικής ανάπαυσης.


Η Δευτέρα του Πάσχα είναι ημέρα υποχρεωτικής αργίας για όλες τις επιχειρήσεις. Εάν ο εργοδότης απασχολήσει το προσωπικό του οφείλει τα παρακάτω:

Για όσους αμείβονται με ημερομίσθιο: το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο και προσαύξηση 75% στο νόμιμο ωρομίσθιό τους για όσες ώρες απασχοληθούν. Σε όσους απουσιάσουν αδικαιολόγητα από την εργασία τους ενώ η επιχείρηση λειτουργεί νόμιμα κατά τις αργίες, δεν οφείλεται ούτε ημερομίσθιο, ούτε φυσικά προσαύξηση.

Στους μισθωτούς που αμείβονται με μηνιαίο μισθό: εάν η επιχείρηση νόμιμα λειτουργεί τις επίσημες αργίες, Κυριακές κλπ δικαιούνται να λάβουν ως αμοιβή μόνο το 75% προσαύξηση στο νόμιμο ωρομίσθιο για όσες ώρες απασχοληθούν. Εάν η επιχείρηση δεν λειτουργούσε και φέτος κατʼ εξαίρεση λειτουργεί την Δευτέρα του Πάσχα, ο εργοδότης θα καταβάλλει την προσαύξηση 75% στο νόμιμο ωρομίσθιο για όσες ώρες απασχοληθούν και τόσα ωρομίσθια όσες ώρες απασχοληθούν υπολογιζόμενα επί του 1/25 του καταβαλλόμενου μισθού τους.

Τρίτη, 22 Απριλίου 2008

Νεοφιλελεύθερη Απορρύθμιση του Εργατικού Δικαίου
στο Φόντο της Ανταγωνιστικότητας και Διεθνοποίησης


ΑΝΕΣΤΗΣ ΤΑΡΠΑΓΚΟΣ
Θεσσαλονίκη – Απρίλιος 2008


Ώρα ολοσχερούς κατεδάφισης των εργασιακών σχέσεων ;

Οι νεοφιλελεύθερες αναδιαρθρώσεις της κυβερνητικής εξουσίας της ΝΔ, σε χρόνια σύμπλευση με τη συναινετική αντιπολίτευση του ΠΑΣΟΚ, εμφανίζονται να μην έχουν τέλος . Δεν έφτανε η κατάργηση του ιστορικού 8ωρου, η ιδιωτικοποίηση του εργασιακού καθεστώτος των ΔΕΚΟ, η αποψίλωση του κοινωνικού χαρακτήρα του ασφαλιστικού συστήματος κλπ. Σήμερα προωθείται η ίδια η αποδιάρθρωση θεμελιωδών ρυθμίσεων του Εργατικού Δικαίου, μιας νομοθεσίας που ούτως ή άλλως είχε «αναιμικά» χαρακτηριστικά (λ.χ. απουσία Εργατικού Κώδικα, εργοδοτική ελευθερία «αναιτιολόγητων» απολύσεων κλπ.). Το πόρισμα της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων που είχε συσταθεί τον Μάρτιο 2007 με επικεφαλής τον Ι. Κουκιάδη παραδόθηκε ήδη στην κυβέρνηση και άρχισε να δίνεται τμηματικά στη δημοσιότητα, μια και η εξυπαρχής ολοκληρωμένη του δημοσίευση θα προκαλούσε ένα είδος κοινωνικού «σοκ και δέος» για την εργατική τάξη ιδιαίτερα της ιδιωτικής καπιταλιστικής παραγωγής. Προφανώς δεν πρόκειται παρά για την ελληνική εφαρμογή της Πράσινης Βίβλου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του Νοεμβρίου 2006 με τον τίτλο «Εκσυγχρονισμός της εργατικής νομοθεσίας για την αντιμετώπιση των προκλήσεων του 21ου αιώνα». Πρόκειται για τις κατευθυντήριες γραμμές της επιβολής της «ευελφάλειας» (flexicurity), οι οποίες σε συνδυασμό με την εισαγωγή της αρχής της «χώρας προέλευσης» στα πλαίσια της απελευθέρωσης της αγοράς υπηρεσιών στη διευρυμένη Ευρωπαϊκή Ένωση των 28 (αναθεωρημένη Οδηγία Μπολκενστάιν) , καθώς και με την φιλο-εργοδοτική νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (σχετική εκδίκαση των υποθέσεων Viking Line & Laval που αφορούσαν σε εργατικές υποθέσεις στις σκανδιναβικές οικονομίες), οδηγούν σε θεσμικές ρυθμίσεις που αναιρούν πλέον ορισμένες από τις βασικότερες διατάξεις του ισχύοντος Εργατικού Δικαίου [ Α. Ταρπάγκος «Το κοινωνικό ντάμπινγκ της Ευρωπαϊκής Ένωσης» Πριν 30-Οκτωβρίου-2005 και Γ. Τούσσας «Ισχυρό πλήγμα στο Εργατικό Δίκαιο», Ριζοσπάστης 6-Απριλίου-2008].
Ήδη οι ρυθμίσεις που προτείνει η Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων και έχουν ήδη γίνει γνωστές αφορούν, μεταξύ των άλλων : Την ουσιαστική απελευθέρωση κάθε περιορισμού στις απολύσεις στο όνομα της ενίσχυσης της κινητικότητας της εργασίας, και μάλιστα σ’ ένα ελληνικό πλαίσιο εργασιακών σχέσεων που ούτως ή άλλως η σχετική νομολογία του Αρείου Πάγου (μια και ο έλληνας νομοθέτης απείχε συνειδητά από τέτοιες ρυθμίσεις) αναγνώριζε το απολυταρχικό δικαίωμα της εργοδοσίας για «αναιτιολόγητες» απολύσεις, με το βάρος της απόδειξης για την καταχρηστικότητα της απόλυσης στον ίδιο τον εργαζόμενο (σε αντίθεση με το τις ρυθμίσεις του γαλλικού Εργατικού Κώδικα και άλλων ευρωπαϊκών νομοθεσιών) [ Άρειος Πάγος Απόφαση 677 / 2004, Δελτίο Εργατικής Νομοθεσίας 1437 ]. Έτσι προβλέπει την απόλυση χωρίς αποζημίωση σε περίπτωση «αντισυμβατικής» εργατικής συμπεριφοράς (υποκειμενικό εργοδοτικό κριτήριο), ώθηση των εργαζομένων σε εθελούσια αποχώρηση (με την παροχή του 50% της αποζημίωσης), κατάργηση του δικαιώματος επαναπρόσληψης σε περίπτωση δικαστικής κρίσης της απόλυσης ως παράνομης και καταχρηστικής, και τέλος κατάργηση της «αστυνομικής υφής»(…) διακαιοδοσίας των δημόσιων αρχών να ελέγχουν τις ομαδικές απολύσεις (αντί αυτού προτείνεται διάλογος των κοινωνικών εταίρων με τις ομαδικές απολύσεις να επικρέμονται πάνω από τα κεφάλια τους όπως στα Λιπάσματα, στην Έλβο, στη Ζήμενς, στη Βιαμύλ για να αναφερθούν μόνον οι πρόσφατες περιπτώσεις της βιομηχανίας της Θεσσαλονίκης). Αλλά και πέραν αυτών προβλέπεται ακόμη η γενίκευση των ελαστικών ωραρίων απασχόλησης σε επιχειρήσεις, η επέκταση των ευέλικτων συμβάσεων εργασίας μερικής και προσωρινής απασχόλησης, καθώς και από μια γενικότερη άποψη η μείωση του μη μισθολογικού κόστους της εργασίας [Χ. Κοψίνη «Ανατροπή στο καθεστώς απολύσεων του ιδιωτικού τομέα» Καθημερινή 13-Απριλίου-2008].



Εμπειρισμός και απολογητική της νομικής - κοινωνικής επιστήμης

Η κύρια επιχειρηματολογία που χρησιμοποιείται γι’ αυτή τη νεοφιλελεύθερη αποδιάρθρωση του Εργατικού Δικαίου, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε ελληνικό επίπεδο, είναι ότι οι εργασιακές αλλαγές έχουν γίνει στην οικονομική πραγματικότητα, ότι οι κοινωνικές συνθήκες έχουν δημιουργήσει μια νέα γενιά ευέλικτα εργαζομένων μέσα στο αντικειμενικό περιβάλλον του σύγχρονου νεοφιλελευθερισμού, και ως εκ τούτου εκείνο που απομένει είναι η θεσμική αποκρυστάλλωση σε νομοθετικό επίπεδο αυτών των μεταλλάξεων, και προφανώς η γενίκευση αυτών των μέτρων θεσμικής νομιμοποίησης της ελαστικής απασχόλησης [Ι. Κουκιάδης «Ώρα αλλαγών για τις εργασιακές σχέσεις», Ημερησία 5,6 – Απριλίου-2008] . Έτσι έρχεται η νομική «επιστήμη» να προτείνει τις θεσμικές εκείνες μορφές νομοθετικής αναγνώρισης και νομιμοποίησης της επιβεβλημένης πραγματικότητας των ελαστικών μορφών εργασίας, να προσαρμόσει την εργατική νομοθεσία στην υπαρκτή οικονομική πραγματικότητα : Ωστόσο αυτή η μεθοδολογία (που μάλιστα επονομάζεται και «προτάσεις σοφών») δεν είναι παρά ένας αγοραίος νομικός εμπειρισμός, μια «απολογητική» της νομικής επιστήμης στα κοινωνικά αποτελέσματα των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων. Η νομική δηλαδή θεωρία και πρακτική δεν αναλαμβάνει τίποτα άλλο παρά να προσαρμόσει την νομοθεσία στην υπαρκτή καπιταλιστική κοινωνική πραγματικότητα, που δεν είναι παρά το προϊόν της οικονομικής βίας που ασκεί η κυριαρχία των αγορών και του ανταγωνισμού στις εργασιακές σχέσεις : Αυτό όμως όχι μόνον δεν αντιπροσωπεύει «επιστημονικό πόρισμα» αλλά απεναντίας είναι καθαρά ιδεολογική θεσμική «απολογητική» της ισχύουσας νεοφιλελεύθερης κοινωνικής πραγματικότητας και των αντίστοιχων ταξικών συσχετισμών.
Βέβαια οι υποστηρικτές της «ευέλικτης ασφάλειας» επικαλούνται το δανικό και ολλανδικό μοντέλο εφαρμογής του ήδη από τις αρχές της 10ετίας του 1990, ισχυριζόμενοι ότι με την γενίκευση της ολοσχερούς κινητικότητας της εργασίας και της συνεχούς επανακατάρτισης , μέσα από μια γενικευμένη πρακτική κοινωνικής συναίνεσης εργαζομένων – εργοδοσίας, έχει μειωθεί το επίπεδο της ανεργίας από το 12% στο 5%, έχει επέλθει ο τεχνολογικός εκσυγχρονισμός επιχειρήσεων, μέχρι του σημείου να εμφανίζεται ακόμη και έλλειψη εργατικού δυναμικού σε ορισμένους παραγωγικούς τομείς [Γ. Κιούσης «Η κουλτούρα του κοινωνικού διαλόγου και της προστασίας της εργασίας», Ελευθεροτυπία, 10-Νοεμβρίου-2007]. Ωστόσο όμως είναι εξίσου αλήθεια ότι το 30% της εργατικής τάξης αλλάζει απασχόληση κάθε χρόνο, ενώ το 67% των εργαζομένων εργάζονται σε θέσεις προσωρινής και μερικής απασχόλησης. Αλλά και από την άλλη πλευρά παραλείπεται ολοσχερώς η αναφορά στο γεγονός ότι παράλληλα βρίσκεται ιστορικά σε λειτουργία ένα εκτεταμένο σύστημα αυξημένης κοινωνικής προστασίας της εργασίας (πράγμα που δεν είναι κατά κανέναν τρόπο η ελληνική κοινωνική περίπτωση, τόσο ιστορικά όσο και πρόσφατα) μέσα από μακροχρόνια και υψηλά επιδόματα ανεργίας (τα οποία καλύπτουν στη δανική περίπτωση το 4,4% του ΑΕΠ της χώρας) όσο και από κοινωνικές παροχές που χρηματοδοτούνται από την υψηλή φορολογία που φτάνει μέχρι το 68% (τη στιγμή που στην ελληνική οικονομία πρωταρχικό μέλημα της διακυβέρνησης της ΝΔ στάθηκε η μείωση των συντελεστών φορολόγησης των επιχειρηματικών κερδών από το 35% στο 25% οδηγώντας απεναντίας στην ακόμη παραπέρα ενίσχυση της καπιταλιστικής κερδοφορίας). Η ενίσχυση έτσι των μορφών ευελιξίας που επιχειρείται να προωθηθούν (flexibility) με την παντελή απουσία κοινωνικής ασφάλειας (security), αλλά και την καθολική αποψίλωση των θεσμών του κράτους πρόνοιας που έχει επιφέρει ο 15ετής νεοφιλελεύθερος όλεθρος της κυβερνητικής διαχείρισης του δικομματισμού (ΠΑΣΟΚ και ΝΔ), απολήγει να μετατρέψει την ευελιξία με ασφάλεια σε ευελιξία με εκμετάλλευση (flexploitation) όπως έγκαιρα επισήμαναν οι ευρωπαίοι οικονομολόγοι για μια εναλλακτική πολιτική στην Ευρώπη.



Το έωλο τρίπτυχο παγκοσμιοποίηση – ανταγωνιστικότητα – ευελιξία

Η αφετηρία από την οποία εκπορεύεται το εγχείρημα αυτό επιβολής της ελαστικοποίησης των μορφών απασχόλησης στην εθνική εργατική νομοθεσία, μετά και από τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου του Νοεμβρίου 2007 (και μάλιστα με πρόταση της σοσιαλιστικής ομάδας) δεν είναι παρά η επίτευξη της ακόμη παραπέρα ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών οικονομιών στο διεθνοποιημένο οικονομικό περιβάλλον. Κι’ αυτό δεν μπορεί παρά να επιδιώκεται διακηρυγμένα με την απελευθέρωση των απολύσεων, την κατάργηση κάθε στοιχειακής σταθερότητας στην απασχόληση, τη μείωση μέχρις εξαφανίσεως των «νεκρών χρόνων» της καπιταλιστικής παραγωγής, την απαλλαγή των επιχειρήσεων από κάθε μη μισθολογικό κόστος της εργασίας. Αυτή η μονοδιάστατη επικέντρωση της πολιτικής των φιλελεύθερων κυβερνήσεων (συντηρητικών και κεντροαριστερών) στην αποκλειστική ενίσχυση της επιχειρηματικής ανταγωνιστικότητας και στην συνακόλουθη κατάργηση θεμελιωδών μέτρων των κοινωνικών πολιτικών και παροχών του κράτους πρόνοιας, εμφανίζεται ως εθνική οικονομική αναγκαιότητα «προσαρμογής» στην παγκοσμιοποίηση. Κι’ αυτή η τελευταία με τη σειρά της παρουσιάζεται ως ένας άτεγκτος αντικειμενικός διεθνής παράγοντας, ως προϊόν μιας «ουδέτερης» διαδικασίας τεχνολογικών εκσυγχρονισμών, ανεξάρτητη από τις πολιτικές προθέσεις των εθνικών κρατών, ως νομοτελειακή οικονομική τάση που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί κι’ έτσι η διεθνής ανταγωνιστικότητα των κεφαλαίων αναδεικνύεται ως το κυρίαρχο κριτήριο της εθνικής κρατικής πολιτικής [ Ν. Γραμματικός - Δ. Κατσορίδας «Η παγκοσμιοποίηση, ανταγωνιστικότητα και η πρόταση της αναγκαστικής προσαρμογής», Ενημέρωση ΙΝΕ , τεύχος 147].
Ωστόσο η επιχειρηματολογία του κυρίαρχου τρίπτυχου οικονομική παγκοσμιοποίηση – εθνική ανταγωνιστικότητα – εργατική ευελιξία είναι έωλη από δύο απόψεις :
Αφ’ ενός γιατί το «αόρατο χέρι» της διεθνούς ανταγωνιστικότητας δεν είναι το αποτέλεσμα «φυσικών - τυχαίων» εξελίξεων του διεθνοποιημένου καπιταλισμού, αλλά αποτέλεσμα των κοινωνικών συσχετισμών μεταξύ κεφαλαίου – εργασίας στον εθνικό κοινωνικό σχηματισμό που υπαγορεύει και την αντίστοιχη κρατική πολιτική. Κατά συνέπεια η ελαστικοποίηση της εργασίας δεν αντιπροσωπεύει την αναγκαστική «προσαρμογή» στην «ουδέτερη» παγκοσμιοποίηση, αλλά την πολιτική κρατική επιλογή για τη νεοφιλελεύθερη οικονομική αναδιάρθρωση προκειμένου να ενισχύεται η καπιταλιστική κερδοφορία.
Αφ’ ετέρου, ήδη σ’ ολόκληρη την προηγούμενη περίοδο ο ελληνικός καπιταλισμός έχει επιτύχει την αλματώδη ανάπτυξη και κεφαλαιακή του συσσώρευση που προκύπτει από : Τη δημιουργία εκατοντάδων χιλιάδων θέσεων απασχόλησης από το μεταίχμιο του 1990 και μέχρι σήμερα όπου ο αριθμός των μισθωτών αυξήθηκε από τα 1,9 εκατομ. στα 2,9 εκατομ. (άλλο το ζήτημα της κάλυψης αυτών των θέσεων εκτελεστικής εργασίας από τους οικονομικούς μετανάστες). – Την οικονομική του επέκταση στη βαλκανική ενδοχώρα με αποτέλεσμα οι παραγωγικές επενδύσεις ελληνικών επιχειρήσεων να κατέχουν δεσπόζουσα θέση στη βουλγαρική, ρουμανική κλπ. οικονομίες (εξαγωγή κεφαλαίου που ξεπερνά σήμερα τα 15 δισεκατ. ευρώ)– Τέλος, την υπερμεγέθη αύξηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου από τα μέσα της 10ετίας του 1990 και ιδιαίτερα από την αρχή της τρέχουσας 10ετίας του 2000 (προ φόρων κέρδη των ελληνικών επιχειρήσεων του ΧΑΑ από το 2001 μέχρι το 2007 στο συνολικό ύψος των 46,4 δισεκατ. ευρώ) [Α. Σακαρέλος «Επιχειρηματικά κέρδη : Σε νέα προκλητικά ύψη και για το 2007», Ριζοσπάστης 6-Απριλίου-2008].
Συμπερασματικά έτσι η θεσμοθέτηση και επέκταση της ευελιξίας (με εκμετάλλευση και προσχηματική ασφάλεια) προκειμένου να ενισχυθεί η διεθνής ανταγωνιστικότητα, τη στιγμή που η τελευταία (μαζί με την εισοδηματική αποψίλωση της μισθωτής εργασίας) έχει διασφαλίσει ήδη στο ελληνικό κεφάλαιο μια αλματώδη ανάπτυξη, συσσώρευση και κερδοφορία, το μόνο στο οποίο αποσκοπεί είναι να σταθεροποιήσει αυτή την ήδη πραγματοποιημένη ανοδική πορεία του ελληνικού καπιταλισμού και να αναβαθμίσει παραπέρα την ισχυρή του παρουσία στις βαλκανικές, μεσανατολικές και ευρωπαϊκές αγορές.