Τρίτη, 22 Απριλίου 2008

Νεοφιλελεύθερη Απορρύθμιση του Εργατικού Δικαίου
στο Φόντο της Ανταγωνιστικότητας και Διεθνοποίησης


ΑΝΕΣΤΗΣ ΤΑΡΠΑΓΚΟΣ
Θεσσαλονίκη – Απρίλιος 2008


Ώρα ολοσχερούς κατεδάφισης των εργασιακών σχέσεων ;

Οι νεοφιλελεύθερες αναδιαρθρώσεις της κυβερνητικής εξουσίας της ΝΔ, σε χρόνια σύμπλευση με τη συναινετική αντιπολίτευση του ΠΑΣΟΚ, εμφανίζονται να μην έχουν τέλος . Δεν έφτανε η κατάργηση του ιστορικού 8ωρου, η ιδιωτικοποίηση του εργασιακού καθεστώτος των ΔΕΚΟ, η αποψίλωση του κοινωνικού χαρακτήρα του ασφαλιστικού συστήματος κλπ. Σήμερα προωθείται η ίδια η αποδιάρθρωση θεμελιωδών ρυθμίσεων του Εργατικού Δικαίου, μιας νομοθεσίας που ούτως ή άλλως είχε «αναιμικά» χαρακτηριστικά (λ.χ. απουσία Εργατικού Κώδικα, εργοδοτική ελευθερία «αναιτιολόγητων» απολύσεων κλπ.). Το πόρισμα της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων που είχε συσταθεί τον Μάρτιο 2007 με επικεφαλής τον Ι. Κουκιάδη παραδόθηκε ήδη στην κυβέρνηση και άρχισε να δίνεται τμηματικά στη δημοσιότητα, μια και η εξυπαρχής ολοκληρωμένη του δημοσίευση θα προκαλούσε ένα είδος κοινωνικού «σοκ και δέος» για την εργατική τάξη ιδιαίτερα της ιδιωτικής καπιταλιστικής παραγωγής. Προφανώς δεν πρόκειται παρά για την ελληνική εφαρμογή της Πράσινης Βίβλου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του Νοεμβρίου 2006 με τον τίτλο «Εκσυγχρονισμός της εργατικής νομοθεσίας για την αντιμετώπιση των προκλήσεων του 21ου αιώνα». Πρόκειται για τις κατευθυντήριες γραμμές της επιβολής της «ευελφάλειας» (flexicurity), οι οποίες σε συνδυασμό με την εισαγωγή της αρχής της «χώρας προέλευσης» στα πλαίσια της απελευθέρωσης της αγοράς υπηρεσιών στη διευρυμένη Ευρωπαϊκή Ένωση των 28 (αναθεωρημένη Οδηγία Μπολκενστάιν) , καθώς και με την φιλο-εργοδοτική νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (σχετική εκδίκαση των υποθέσεων Viking Line & Laval που αφορούσαν σε εργατικές υποθέσεις στις σκανδιναβικές οικονομίες), οδηγούν σε θεσμικές ρυθμίσεις που αναιρούν πλέον ορισμένες από τις βασικότερες διατάξεις του ισχύοντος Εργατικού Δικαίου [ Α. Ταρπάγκος «Το κοινωνικό ντάμπινγκ της Ευρωπαϊκής Ένωσης» Πριν 30-Οκτωβρίου-2005 και Γ. Τούσσας «Ισχυρό πλήγμα στο Εργατικό Δίκαιο», Ριζοσπάστης 6-Απριλίου-2008].
Ήδη οι ρυθμίσεις που προτείνει η Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων και έχουν ήδη γίνει γνωστές αφορούν, μεταξύ των άλλων : Την ουσιαστική απελευθέρωση κάθε περιορισμού στις απολύσεις στο όνομα της ενίσχυσης της κινητικότητας της εργασίας, και μάλιστα σ’ ένα ελληνικό πλαίσιο εργασιακών σχέσεων που ούτως ή άλλως η σχετική νομολογία του Αρείου Πάγου (μια και ο έλληνας νομοθέτης απείχε συνειδητά από τέτοιες ρυθμίσεις) αναγνώριζε το απολυταρχικό δικαίωμα της εργοδοσίας για «αναιτιολόγητες» απολύσεις, με το βάρος της απόδειξης για την καταχρηστικότητα της απόλυσης στον ίδιο τον εργαζόμενο (σε αντίθεση με το τις ρυθμίσεις του γαλλικού Εργατικού Κώδικα και άλλων ευρωπαϊκών νομοθεσιών) [ Άρειος Πάγος Απόφαση 677 / 2004, Δελτίο Εργατικής Νομοθεσίας 1437 ]. Έτσι προβλέπει την απόλυση χωρίς αποζημίωση σε περίπτωση «αντισυμβατικής» εργατικής συμπεριφοράς (υποκειμενικό εργοδοτικό κριτήριο), ώθηση των εργαζομένων σε εθελούσια αποχώρηση (με την παροχή του 50% της αποζημίωσης), κατάργηση του δικαιώματος επαναπρόσληψης σε περίπτωση δικαστικής κρίσης της απόλυσης ως παράνομης και καταχρηστικής, και τέλος κατάργηση της «αστυνομικής υφής»(…) διακαιοδοσίας των δημόσιων αρχών να ελέγχουν τις ομαδικές απολύσεις (αντί αυτού προτείνεται διάλογος των κοινωνικών εταίρων με τις ομαδικές απολύσεις να επικρέμονται πάνω από τα κεφάλια τους όπως στα Λιπάσματα, στην Έλβο, στη Ζήμενς, στη Βιαμύλ για να αναφερθούν μόνον οι πρόσφατες περιπτώσεις της βιομηχανίας της Θεσσαλονίκης). Αλλά και πέραν αυτών προβλέπεται ακόμη η γενίκευση των ελαστικών ωραρίων απασχόλησης σε επιχειρήσεις, η επέκταση των ευέλικτων συμβάσεων εργασίας μερικής και προσωρινής απασχόλησης, καθώς και από μια γενικότερη άποψη η μείωση του μη μισθολογικού κόστους της εργασίας [Χ. Κοψίνη «Ανατροπή στο καθεστώς απολύσεων του ιδιωτικού τομέα» Καθημερινή 13-Απριλίου-2008].



Εμπειρισμός και απολογητική της νομικής - κοινωνικής επιστήμης

Η κύρια επιχειρηματολογία που χρησιμοποιείται γι’ αυτή τη νεοφιλελεύθερη αποδιάρθρωση του Εργατικού Δικαίου, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε ελληνικό επίπεδο, είναι ότι οι εργασιακές αλλαγές έχουν γίνει στην οικονομική πραγματικότητα, ότι οι κοινωνικές συνθήκες έχουν δημιουργήσει μια νέα γενιά ευέλικτα εργαζομένων μέσα στο αντικειμενικό περιβάλλον του σύγχρονου νεοφιλελευθερισμού, και ως εκ τούτου εκείνο που απομένει είναι η θεσμική αποκρυστάλλωση σε νομοθετικό επίπεδο αυτών των μεταλλάξεων, και προφανώς η γενίκευση αυτών των μέτρων θεσμικής νομιμοποίησης της ελαστικής απασχόλησης [Ι. Κουκιάδης «Ώρα αλλαγών για τις εργασιακές σχέσεις», Ημερησία 5,6 – Απριλίου-2008] . Έτσι έρχεται η νομική «επιστήμη» να προτείνει τις θεσμικές εκείνες μορφές νομοθετικής αναγνώρισης και νομιμοποίησης της επιβεβλημένης πραγματικότητας των ελαστικών μορφών εργασίας, να προσαρμόσει την εργατική νομοθεσία στην υπαρκτή οικονομική πραγματικότητα : Ωστόσο αυτή η μεθοδολογία (που μάλιστα επονομάζεται και «προτάσεις σοφών») δεν είναι παρά ένας αγοραίος νομικός εμπειρισμός, μια «απολογητική» της νομικής επιστήμης στα κοινωνικά αποτελέσματα των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων. Η νομική δηλαδή θεωρία και πρακτική δεν αναλαμβάνει τίποτα άλλο παρά να προσαρμόσει την νομοθεσία στην υπαρκτή καπιταλιστική κοινωνική πραγματικότητα, που δεν είναι παρά το προϊόν της οικονομικής βίας που ασκεί η κυριαρχία των αγορών και του ανταγωνισμού στις εργασιακές σχέσεις : Αυτό όμως όχι μόνον δεν αντιπροσωπεύει «επιστημονικό πόρισμα» αλλά απεναντίας είναι καθαρά ιδεολογική θεσμική «απολογητική» της ισχύουσας νεοφιλελεύθερης κοινωνικής πραγματικότητας και των αντίστοιχων ταξικών συσχετισμών.
Βέβαια οι υποστηρικτές της «ευέλικτης ασφάλειας» επικαλούνται το δανικό και ολλανδικό μοντέλο εφαρμογής του ήδη από τις αρχές της 10ετίας του 1990, ισχυριζόμενοι ότι με την γενίκευση της ολοσχερούς κινητικότητας της εργασίας και της συνεχούς επανακατάρτισης , μέσα από μια γενικευμένη πρακτική κοινωνικής συναίνεσης εργαζομένων – εργοδοσίας, έχει μειωθεί το επίπεδο της ανεργίας από το 12% στο 5%, έχει επέλθει ο τεχνολογικός εκσυγχρονισμός επιχειρήσεων, μέχρι του σημείου να εμφανίζεται ακόμη και έλλειψη εργατικού δυναμικού σε ορισμένους παραγωγικούς τομείς [Γ. Κιούσης «Η κουλτούρα του κοινωνικού διαλόγου και της προστασίας της εργασίας», Ελευθεροτυπία, 10-Νοεμβρίου-2007]. Ωστόσο όμως είναι εξίσου αλήθεια ότι το 30% της εργατικής τάξης αλλάζει απασχόληση κάθε χρόνο, ενώ το 67% των εργαζομένων εργάζονται σε θέσεις προσωρινής και μερικής απασχόλησης. Αλλά και από την άλλη πλευρά παραλείπεται ολοσχερώς η αναφορά στο γεγονός ότι παράλληλα βρίσκεται ιστορικά σε λειτουργία ένα εκτεταμένο σύστημα αυξημένης κοινωνικής προστασίας της εργασίας (πράγμα που δεν είναι κατά κανέναν τρόπο η ελληνική κοινωνική περίπτωση, τόσο ιστορικά όσο και πρόσφατα) μέσα από μακροχρόνια και υψηλά επιδόματα ανεργίας (τα οποία καλύπτουν στη δανική περίπτωση το 4,4% του ΑΕΠ της χώρας) όσο και από κοινωνικές παροχές που χρηματοδοτούνται από την υψηλή φορολογία που φτάνει μέχρι το 68% (τη στιγμή που στην ελληνική οικονομία πρωταρχικό μέλημα της διακυβέρνησης της ΝΔ στάθηκε η μείωση των συντελεστών φορολόγησης των επιχειρηματικών κερδών από το 35% στο 25% οδηγώντας απεναντίας στην ακόμη παραπέρα ενίσχυση της καπιταλιστικής κερδοφορίας). Η ενίσχυση έτσι των μορφών ευελιξίας που επιχειρείται να προωθηθούν (flexibility) με την παντελή απουσία κοινωνικής ασφάλειας (security), αλλά και την καθολική αποψίλωση των θεσμών του κράτους πρόνοιας που έχει επιφέρει ο 15ετής νεοφιλελεύθερος όλεθρος της κυβερνητικής διαχείρισης του δικομματισμού (ΠΑΣΟΚ και ΝΔ), απολήγει να μετατρέψει την ευελιξία με ασφάλεια σε ευελιξία με εκμετάλλευση (flexploitation) όπως έγκαιρα επισήμαναν οι ευρωπαίοι οικονομολόγοι για μια εναλλακτική πολιτική στην Ευρώπη.



Το έωλο τρίπτυχο παγκοσμιοποίηση – ανταγωνιστικότητα – ευελιξία

Η αφετηρία από την οποία εκπορεύεται το εγχείρημα αυτό επιβολής της ελαστικοποίησης των μορφών απασχόλησης στην εθνική εργατική νομοθεσία, μετά και από τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου του Νοεμβρίου 2007 (και μάλιστα με πρόταση της σοσιαλιστικής ομάδας) δεν είναι παρά η επίτευξη της ακόμη παραπέρα ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών οικονομιών στο διεθνοποιημένο οικονομικό περιβάλλον. Κι’ αυτό δεν μπορεί παρά να επιδιώκεται διακηρυγμένα με την απελευθέρωση των απολύσεων, την κατάργηση κάθε στοιχειακής σταθερότητας στην απασχόληση, τη μείωση μέχρις εξαφανίσεως των «νεκρών χρόνων» της καπιταλιστικής παραγωγής, την απαλλαγή των επιχειρήσεων από κάθε μη μισθολογικό κόστος της εργασίας. Αυτή η μονοδιάστατη επικέντρωση της πολιτικής των φιλελεύθερων κυβερνήσεων (συντηρητικών και κεντροαριστερών) στην αποκλειστική ενίσχυση της επιχειρηματικής ανταγωνιστικότητας και στην συνακόλουθη κατάργηση θεμελιωδών μέτρων των κοινωνικών πολιτικών και παροχών του κράτους πρόνοιας, εμφανίζεται ως εθνική οικονομική αναγκαιότητα «προσαρμογής» στην παγκοσμιοποίηση. Κι’ αυτή η τελευταία με τη σειρά της παρουσιάζεται ως ένας άτεγκτος αντικειμενικός διεθνής παράγοντας, ως προϊόν μιας «ουδέτερης» διαδικασίας τεχνολογικών εκσυγχρονισμών, ανεξάρτητη από τις πολιτικές προθέσεις των εθνικών κρατών, ως νομοτελειακή οικονομική τάση που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί κι’ έτσι η διεθνής ανταγωνιστικότητα των κεφαλαίων αναδεικνύεται ως το κυρίαρχο κριτήριο της εθνικής κρατικής πολιτικής [ Ν. Γραμματικός - Δ. Κατσορίδας «Η παγκοσμιοποίηση, ανταγωνιστικότητα και η πρόταση της αναγκαστικής προσαρμογής», Ενημέρωση ΙΝΕ , τεύχος 147].
Ωστόσο η επιχειρηματολογία του κυρίαρχου τρίπτυχου οικονομική παγκοσμιοποίηση – εθνική ανταγωνιστικότητα – εργατική ευελιξία είναι έωλη από δύο απόψεις :
Αφ’ ενός γιατί το «αόρατο χέρι» της διεθνούς ανταγωνιστικότητας δεν είναι το αποτέλεσμα «φυσικών - τυχαίων» εξελίξεων του διεθνοποιημένου καπιταλισμού, αλλά αποτέλεσμα των κοινωνικών συσχετισμών μεταξύ κεφαλαίου – εργασίας στον εθνικό κοινωνικό σχηματισμό που υπαγορεύει και την αντίστοιχη κρατική πολιτική. Κατά συνέπεια η ελαστικοποίηση της εργασίας δεν αντιπροσωπεύει την αναγκαστική «προσαρμογή» στην «ουδέτερη» παγκοσμιοποίηση, αλλά την πολιτική κρατική επιλογή για τη νεοφιλελεύθερη οικονομική αναδιάρθρωση προκειμένου να ενισχύεται η καπιταλιστική κερδοφορία.
Αφ’ ετέρου, ήδη σ’ ολόκληρη την προηγούμενη περίοδο ο ελληνικός καπιταλισμός έχει επιτύχει την αλματώδη ανάπτυξη και κεφαλαιακή του συσσώρευση που προκύπτει από : Τη δημιουργία εκατοντάδων χιλιάδων θέσεων απασχόλησης από το μεταίχμιο του 1990 και μέχρι σήμερα όπου ο αριθμός των μισθωτών αυξήθηκε από τα 1,9 εκατομ. στα 2,9 εκατομ. (άλλο το ζήτημα της κάλυψης αυτών των θέσεων εκτελεστικής εργασίας από τους οικονομικούς μετανάστες). – Την οικονομική του επέκταση στη βαλκανική ενδοχώρα με αποτέλεσμα οι παραγωγικές επενδύσεις ελληνικών επιχειρήσεων να κατέχουν δεσπόζουσα θέση στη βουλγαρική, ρουμανική κλπ. οικονομίες (εξαγωγή κεφαλαίου που ξεπερνά σήμερα τα 15 δισεκατ. ευρώ)– Τέλος, την υπερμεγέθη αύξηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου από τα μέσα της 10ετίας του 1990 και ιδιαίτερα από την αρχή της τρέχουσας 10ετίας του 2000 (προ φόρων κέρδη των ελληνικών επιχειρήσεων του ΧΑΑ από το 2001 μέχρι το 2007 στο συνολικό ύψος των 46,4 δισεκατ. ευρώ) [Α. Σακαρέλος «Επιχειρηματικά κέρδη : Σε νέα προκλητικά ύψη και για το 2007», Ριζοσπάστης 6-Απριλίου-2008].
Συμπερασματικά έτσι η θεσμοθέτηση και επέκταση της ευελιξίας (με εκμετάλλευση και προσχηματική ασφάλεια) προκειμένου να ενισχυθεί η διεθνής ανταγωνιστικότητα, τη στιγμή που η τελευταία (μαζί με την εισοδηματική αποψίλωση της μισθωτής εργασίας) έχει διασφαλίσει ήδη στο ελληνικό κεφάλαιο μια αλματώδη ανάπτυξη, συσσώρευση και κερδοφορία, το μόνο στο οποίο αποσκοπεί είναι να σταθεροποιήσει αυτή την ήδη πραγματοποιημένη ανοδική πορεία του ελληνικού καπιταλισμού και να αναβαθμίσει παραπέρα την ισχυρή του παρουσία στις βαλκανικές, μεσανατολικές και ευρωπαϊκές αγορές.

Δεν υπάρχουν σχόλια: