Πέμπτη, 3 Απριλίου 2008

Mια αποτίμηση του απεργιακού κινήματος για το Ασφαλιστικό


ΜΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΑΠΕΡΓΙΑΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

Ανάμεσα στη Σκύλα του Συναινετικού Συνδικαλισμού
και στη Χάρυβδη του Συνδικαλιστικού Σεχταρισμού

ΑΝΕΣΤΗΣ ΤΑΡΠΑΓΚΟΣ
Θεσσαλονίκη – Απρίλιος 2008


Η ολοκλήρωση μιας πολύμηνης ταξικής αντιπαράθεσης

Στη διάρκεια του πρώτου ήδη εξαμήνου της δεύτερης κυβερνητικής θητείας της νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης της ΝΔ, πραγματοποιήθηκε και ολοκληρώθηκε, αυτές τις ημέρες, η διπλή ταξική κοινωνική αντιπαράθεση τόσο για την κοινωνική ασφάλιση (σε αντιπαλότητα προς την κυβερνητική εξουσία) όσο και για τους εργατικούς μισθούς (σε αντιπαράθεση με την επιχειρηματική εργοδοσία). Στην πρώτη περίπτωση διεκπεραιώθηκε η πολύμηνη κινητοποίηση με τις τρεις Πανελλαδικές Πανεργατικές Απεργίες (12-Δεκεμβρίου, 13-Φεβρουαρίου και 19-Μαρτίου) και τις πολυήμερες μαζικές απεργίες στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (ΓΕΝΟΠ / ΔΕΗ , ΠΟΕ / ΟΤΑ, ΟΤΟΕ). Ωστόσο αυτή η κινητοποίηση του εργατικού κινήματος δεν κατόρθωσε να επιτύχει την ματαίωση της κοινοβουλευτικής νομοθέτησης του τρίτου κύματος της αποψίλωσης των ασφαλιστικών εργατικών δικαιωμάτων (Σιούφα 1992 – Ρέππα 2002 – Πετραλιά 2008), παρ’ όλη την καταφανή πολιτική απονομιμοποίηση του νεοφιλελεύθερου κυβερνητικού εγχειρήματος. Από την άλλη πλευρά, η διαπραγμάτευση της ΕΓΣΣΕ μεταξύ της ΓΣΕΕ και των εργοδοτικών οργανώσεων, «έκλεισε» στη σκιά του ασφαλιστικού κινήματος, με την συναίνεση της πλειοψηφίας (ΠΑΣΚΕ και ΔΑΚΕ) στην πρόταση «κοινωνικής ειρήνης» του ΣΕΒ, κατά τον ίδιο τρόπο που είχε γίνει και στις αρχές του 2006 όπως και προηγούμενα, χωρίς κανενός είδους ταξική εργατική αντιπαράθεση, νομιμοποιώντας την επιβολή της πάγιας και μακρόχρονης εισοδηματικής λιτότητας.
Πρόκειται για μια διπλή υποχώρηση του κινήματος της μισθωτής εργασίας (του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα της οικονομίας), στην πρώτη περίπτωση με τα χαρακτηριστικά της «ηρωικής ήττας» (αποτέλεσμα της απουσίας κλιμάκωσης και ενεργού συντονισμού του απεργιακού αγώνα, παρ’ όλη την καθυστέρηση ψήφισης του αντιασφαλιστικού νομοσχεδίου με τις αντιπολιτευτικές κοινοβουλευτικές πρωτοβουλίες της πρότασης μομφής και δημοψηφίσματος), στην δεύτερη περίπτωση δίχως να δοθεί καν η μάχη ανάμεσα στο συνδικαλιστικό κίνημα και στην καπιταλιστική εργοδοσία. Καταγράφεται έτσι το μείζον κοινωνικό ζήτημα της αδυναμίας επίτευξης αποτελεσματικότητας από την πλευρά των λαϊκών εργατικών και αριστερών ταξικών δυνάμεων στις καίριες αντιπαραθέσεις της συγκυρίας της ταξικής διαπάλης (κοινωνική ασφάλιση, εργατικοί μισθοί κλπ.), παρ’ όλη τη διόγκωση της δυσαρέσκειας των εργαζομένων τάξεων και τον καταφανή κλονισμό του νεοφιλελεύθερου δικομματικού πολιτικού συστήματος.


Ο ρόλος του συναινετικού και σεχταριστικού συνδικαλισμού

Ποιοι είναι κατά συνέπεια οι λόγοι, οι αιτίες και οι παράγοντες που επενεργούν έτσι ώστε να επιφέρουν την αναποτελεσματικότητα του εργατικού κινήματος σ’ όλες τις μείζονες κοινωνικές αντιπαραθέσεις της τελευταίας τετραετίας της απροσχημάτιστης νεοσυντηρητικής διακυβέρνησης (Μάρτιος 2004 – Απρίλιος 2008) ;
Σ’ ένα πρώτο επίπεδο, πρόκειται για τους παράγοντες πολιτικό-συνδικαλιστικής φύσης που συνεργούν στην συσσώρευση κοινωνικών υποχωρήσεων (από την κατάργηση του ιστορικού 8ωρου μέχρι την ολοκλήρωση των αποκρατικοποιήσεων κι’ από την επιβολή της εργασιακής απορύθμισης μέχρι την εισοδηματική πολιτική οικονομικής απογύμνωσης της εργατικής τάξης) και εντοπίζονται σε δύο κυρίαρχες πρακτικές :
Από τη μια πλευρά, στο γεγονός της τελεσίδικης μετάλλαξης του πάλαι ποτέ κινήματος του «εργατικού μεταρρυθμισμού» της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας στο ρόλο του συνδικαλισμού της συναίνεσης και της εργοδοτικής υποταγής, την ενσωμάτωση της πλειοψηφίας των τριτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων οργανώσεων του συνδικαλιστικού κινήματος ως οργανικής συνιστώσας της νεοφιλελεύθερης συναίνεσης. Αποτέλεσμα πρόσφατα ορατό και αδιαμφισβήτητο η απροθυμία των συνδικαλιστικών πλειοψηφιών ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ να σηκώσουν το βάρος του κλιμακωμένου απεργιακού αγώνα, που μέσα στο γενικότερο κλίμα απονομιμοποίησης της νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης, μπορούσε να επιφέρει την αποτελεσματικότητα του κινήματος στο επίπεδο της κοινωνικής του άμυνας (αποτροπή της ψήφισης του αντιασφαλιστικού νομοσχεδίου). Κι’ αντίστοιχα η υπαγωγή τους στα ιδεολογήματα της «εθνικής (καπιταλιστικής) ανάπτυξης» (παρ’ όλη την αλματώδη συσσώρευση κεφαλαίου και επιχειρηματικής κερδοφορίας), της «ανταγωνιστικότητας» της οικονομίας στο διεθνοποιημένο περιβάλλον, δεν μπορούν παρά να επιφέρουν ως αποτέλεσμα τις Συλλογικές Συμβάσεις «εργασιακής ειρήνης» κατά τις προτροπές του ΣΕΒ.
Από την άλλη πλευρά, στο γεγονός ότι οι συνδικαλιστικές δυνάμεις του ΠΑΜΕ, παρ’ όλη την «αδιάλλακτη ταξική» τους φρασεολογία, και πέραν της υιοθέτησης πρακτικών αναδίπλωσης και περιχαράκωσης έναντι του υπολοίπου εργατικού ριζοσπαστικού κινήματος, στην κρίσιμη και καθοριστική συγκυρία της ασφαλιστικής αντιπαράθεσης, κι’ ενώ νευραλγικές εργατικές Ομοσπονδίες του δημόσιου τομέα (ΔΕΗ, ΟΤΑ, Τράπεζες) σήκωναν κυρίαρχα το βάρος του απεργιακού αγώνα, «αποσύρθηκε» από κάθε διαδικασία συντονισμού και κλιμάκωσης. Κι’ αυτό γιατί ενώ έχει στην επιρροή του βασικές ομοσπονδίες (ΟΕΚΙΔΕ, ΟΣΝΙΕ κλπ.) και Εργατικά Κέντρα (Λάρισας, Αγρινίου κ.ά.), απέφυγε όπως «ο διάβολος το λιβάνι» να συμπαρατάξει αυτές τις εργατικές του δυνάμεις με τις αγωνιζόμενες Ομοσπονδίες του δημόσιου τομέα, πράγμα που θα διαμόρφωνε ένα αντικειμενικό ευρύ μέτωπο απεργιακής κλιμάκωσης (που θα «έσερνε» υποχρεωτικά και την ίδια τη ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ στην κλιμάκωση) και θα επέφερε την αποτελεσματικότητα του κινήματος. Η «ταξική αδιαλλαξία» και ο απομονωτισμός έδωσαν τη θέση τους στην «αφλογιστία» και στην «παθητικότητα». Και σήμερα που η μέγιστη κοινωνική σύγκρουση (για την κοινωνική ασφάλιση και τους εργατικούς μισθούς) έχει καταναλωθεί, εμφανίζεται να σημαίνει «απεργιακό συναγερμό», κατόπιν εορτής προφανώς, για τις 16-Απριλίου, αφού πλέον το αντιασφαλιστικό νομοσχέδιο έχει ψηφιστεί και η ΕΓΣΣΕ έχει ήδη υπογραφεί.


Η «μαύρη τρύπα» του εργατικού κινήματος στην ιδιωτική οικονομία

Σ’ ένα δεύτερο επίπεδο, και πέραν των δύο προηγουμένων «ανίατων» πρακτικών (συναινετικού συνδικαλισμού και συνδικαλιστικού σεχταρισμού), θεμελιακή αιτία της αναποτελεσματικότητας του εργατικού κινήματος αναδεικνύεται το χρόνιο πλέον φαινόμενο της σημαντικής απεργιακής συμμετοχής στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (εργαζόμενος κόσμος στην ενέργεια, στην αυτοδιοίκηση, στην εκπαίδευση, στο τραπεζικό σύστημα κ.ά.) λόγω του «εξασφαλισμένου» εργασιακού καθεστώτος και της συνακόλουθης συνδικαλιστικής πυκνότητας, αλλά και παράλληλα της εξαιρετικά χαμηλής απεργιακής συμμετοχής στην πλειοψηφική εργατική τάξη της καπιταλιστικής παραγωγής (βιομηχανία, κατασκευές, εμπόριο, επισιτισμός κλπ.). Αυτό το γεγονός αντιπροσωπεύει την τεράστια «μαύρη τρύπα» του σύγχρονου εργατικού συνδικαλισμού, που καθιστά αναποτελεσματικές τις παρεμβάσεις του στα γενικά κοινωνικά ζητήματα όπου εκδηλώνεται η νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση.
Η αποψίλωση αυτή του συνδικαλιστικού ιστού και η ταξική «αποσύνθεση» της μισθωτής εργασίας στην καπιταλιστική παραγωγή σημάδεψε την πορεία της εργατικής τάξης στην τελευταία 15ετία (1991 – 2007) της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης και των κεφαλαιοκρατικών αναδιαρθρώσεων. Υπήρξε και συνεχίζει να είναι και σήμερα το σύνθετο αποτέλεσμα υποκειμενικών και αντικειμενικών παραγόντων, μεταξύ των οποίων :
Στο υποκειμενικό πολιτικό πεδίο, στο μεταίχμιο του 1990 αναδείχθηκε η κρίση και η χρεοκοπία και των τριών πολιτικών στρατηγικών που καταγράφηκαν στο ελληνικό (και ευρωπαϊκό) «προοδευτικό δημοκρατικό» κίνημα : Ιδιαίτερα στην ελληνική περίπτωση η σοσιαλφιλελεύθερη μετάλλαξη του ΠΑΣΟΚ οδήγησε στη σταδιακή διολίσθηση του «εργατικού μεταρρυθμισμού» στη συναινετική πολιτική και ακόμη περισσότερο στον εργοδοτικό συνδικαλισμό με αποτέλεσμα είτε την ενσωμάτωση και υποταγή των συνδικαλιστικών του δυνάμεων, είτε στην διάλυση και εξαφάνισή τους. Αντίστοιχα η περιχαράκωση και αναδίπλωση του ΚΚΕ καθώς και η χρεοκοπία του ανατολικού κοινωνικού προτύπου επέφερε τον περιορισμό του σε αναιμικές μορφές κλαδικών συνδικάτων με εντελώς περιορισμένη υπόσταση και απήχηση στην εργατική τάξη. Τέλος η κίνηση της ελληνικής ανανεωτικής Αριστεράς (ΣΥΝ) επί μακρόν στην τροχιά του «ριζοσπαστικού εκσυγχρονισμού» (από το 1ο μέχρι το 4ο Συνέδριο του ΣΥΝ) την απομάκρυνε ακόμη περισσότερο από τις ούτως ή άλλως περιορισμένες μορφές εργατικής αντιπροσώπευσης που διέθετε.
Στο αντικειμενικό οικονομικό πεδίο, και πάνω σ’ αυτό το κοινωνικό έδαφος της απαξίωσης των παραδοσιακών αριστερών στρατηγικών, ξεδιπλώθηκε σχεδόν ανεμπόδιστα η νεοφιλελεύθερη κυβερνητική διαχείριση του αστικού δικομματισμού όσο και η διαδικασία της κεφαλαιοκρατικής ανασυγκρότησης προκαλώντας τον σύγχρονο «κοινωνικό όλεθρο» της εργατικής τάξης : Διόγκωση και σταθεροποίηση της υψηλής ανεργίας (παραλυτική δράση επί της ενεργού εργασίας), ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων (κατάργηση του ιστορικού 8ωρου προς τα πάνω και προς τα κάτω), αποκρατικοποίηση κοινωφελών επιχειρήσεων (με αντίστοιχη ιδιωτικοποίηση του εργασιακού τους καθεστώτος), εισαγωγή μεταναστευτικού εργατικού δυναμικού για την στελέχωση των κατώτερων εκτελεστικών θέσεων του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας (με μετακύλιση προς τα κάτω των όρων παροχής της μισθωτής εργασίας) κλπ.


Η Κοινωνική Αριστερά καθοριστικός αντιπολιτευτικός παράγοντας


Οι δύο αυτές πολιτικές και οικονομικές παράμετροι προκάλεσαν ιστορικά την «συνδικαλιστική έρημο» στην ιδιωτική οικονομία, με αποτέλεσμα την αδυναμία της εργατικής τάξης να αντιδράσει συλλογικά, συντονισμένα και αποτελεσματικά στις σύγχρονες προκλήσεις (κοινωνικός χαρακτήρας της ασφάλισης, αύξηση των εργατικών μισθών, ιδιωτικοποίηση δημόσιων υπηρεσιών κλπ.). Άλλωστε η κατάρρευση των αριστερών στρατηγικών και η υποχώρηση της όποιας αριστερής ηγεμονίας στις λαϊκές εργατικές συνειδήσεις, σε συνδυασμό με τους δυσμενείς οικονομικούς καταναγκασμούς , άφησε ένα τεράστιο «κενό» το οποίο δεν άργησε να καταλάβει η «εργοδοτική ηγεμονία» («γάντζωμα» της εργατικής τάξης στις επιμέρους επιχειρηματικές εργοδοσίες).
Ο κλονισμός αυτής της κατάστασης άρχισε να καταγράφεται στο επίπεδο της πολιτικής – εκλογικής συμπεριφοράς των εργαζομένων από την κοινοβουλευτική αναμέτρηση της άνοιξης του 2004, διευρύνθηκε με την εκλογική αναμέτρηση του φθινοπώρου 2007 και πήρε πλατιές διαστάσεις με το σημερινό φαινόμενο της μαζικής «στροφής προς τα αριστερά». Ωστόσο αυτό το φαινόμενο αντιπροσωπεύει μια ροπή «εκλογικής συμπεριφοράς» που συνδέεται με την απαξίωση των ακραίων μορφών νεοφιλελεύθερης διαχείρισης, ενώ ταυτόχρονα συνυπάρχει με την «εργοδοτική ηγεμονία» στον εργαζόμενο κόσμο της καπιταλιστικής παραγωγής. Γι’ αυτό και από τη μια πλευρά αναδεικνύεται ως συντριπτικά πλειοψηφικό το «κόμμα της δυσαρέσκειας» έναντι της κυβέρνησης της ΝΔ και της αξιωματικής αντιπολίτευσης του ΠΑΣΟΚ, το αριστερό κίνημα εμφανίζεται με δυνητική εκλογική εμβέλεια που τείνει να προσεγγίσει το ένα τέταρτο της λαϊκής ετυμηγορίας, ωστόσο όμως αυτά τα πολυσήμαντα φαινόμενα απέχουν πολύ από το να σηματοδοτούν την δρομολόγηση μιας κοινωνικής (ταξικής συνδικαλιστικής) δυναμικής, να βρίσκονται σε αντιστοίχηση με διεργασίες ανάδειξης της Κοινωνικής Αριστεράς.
Να λοιπόν ποιο αναδεικνύεται ως το «στοίχημα των στοιχημάτων» για την σημερινή Ριζοσπαστική Αριστερά, για τον ΣΥΡΙΖΑ (αποτύπωση ήδη ενός πανελλαδικού εργατικού δικτύου στα πλαίσια της Πανελλαδικής του Σύσκεψης) και κάθε άλλη αριστερή δύναμη που επιδιώκει να κινηθεί πολιτικά σε μια ριζοσπαστική κατεύθυνση : Να υπηρετήσει τον κοινωνικό αντι-εργοδοτικό (αντικαπιταλιστικό) μετασχηματισμό της «στροφής προς τα αριστερά», μεταπλάθοντάς τον σε μια ταξική συνδικαλιστική μορφοποίηση στο επίπεδο των επιχειρήσεων της ιδιωτικής οικονομίας. Αυτή είναι εκ των πραγμάτων η αναγκαία και απαρέγκλιτη προϋπόθεση για την αλλαγή του κοινωνικού συσχετισμού των δυνάμεων (μεταξύ μισθωτής εργασίας και αστικής κυριαρχίας), για την κατάκτηση νικών του εργατικού λαϊκού κινήματος στο πεδίο της αποτελεσματικής κοινωνικής άμυνας, που είναι θεμελιώδης όρος για την διαμόρφωση αιχμών και προοπτικών ριζοσπαστικής κοινωνικής αντεπίθεσης.