Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2009

Ορίζοντας την ταξική σύνθεση


Ακολουθεί ένα κείμενο που δημοσιεύτηκε στην μπροσούρα "Εργασία, Κίνημα στα Πανεπιστήμια, Επισφάλεια" στην Θεσσαλονίκη τον Μάρτη του 2007. Αφορά τον ορισμό της "ταξικής σύνθεσης", καθότι θα ακολουθήσει μια ανάλυση της σημερινής κατάστασης στην Ελλάδα με βάση αυτό το αναλυτικό εργαλείο.


ΤΑΞΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Η ταξική σύνθεση, ως εργαλείο ανάλυσης, χρησιμοποιείται με διαφορετικό τρόπο/νόημα από πολλούς, τη βρίσκουμε ονομαστικά από αναλύσεις του ΚΚΕ μέχρι αναλύσεις αναρχικών. Εμείς αναφερόμαστε στην έννοια της ταξικής σύνθεσης έτσι όπως αυτή κυρίως αναδύθηκε στις θεωρητικές και πρακτικές αναζητήσεις του ιταλικού ρεύματος του εργατισμού και της αυτονομίας στις δεκαετίες του ’50-’70 και όπως εμπλουτίστηκε από διάφορες κριτικές παρατηρήσεις μέσα στα χρόνια (π.χ. αμερικάνων συντρόφων γύρω από τον κύκλο των περιοδικών Zerowork και Midnight Νοtes κ.α).

Πιο συγκεκριμένα τώρα, η ταξική σύνθεση μπορεί να αναφερθεί τόσο στο τι συμβαίνει σε μοριακό επίπεδο, στο επίπεδο ενός χώρου (ανα)παραγωγής πχ. ποια η ταξική σύνθεση σε μια επιχείρηση τηλεπικοινωνιών, σε μέσο επίπεδο π.χ. ποια η ταξική σύνθεση σε ένα ολόκληρο κλάδο παραγωγής-αναπαραγωγής π.χ. τις κατασκευές και τέλος σε όλο το φάσμα της εργατικής τάξης (πολύ δύσκολο εγχείρημα!), ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΣΕ ΜΙΑ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ π.χ. στον ελλαδικό κοινωνικό σχηματισμό, στη Θεσσαλονίκη, το έτος 2007. Όπως καταλαβαίνετε όσο μεγαλώνει το επίπεδο τόσο η αναλυτική εμβρίθεια μειώνεται.

Η ταξική σύνθεση χωρίζεται σε δύο σκέλη/επίπεδα ανάλυσης:

Α) στην ΤΕΧΝΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ που αναφέρεται στο πως το κεφάλαιο συναθρώνει τους ανθρώπους ως εργατική/παραγωγική δύναμη, πως τους κατανέμει/διαιρεί (κάθετος, ιεραρχικός αστικός καταμερισμός εργασίας), τους θέτει συγκεκριμένα καθήκοντα/ ρόλους, τους θέτει τη χρήση συγκεκριμένου εξοπλισμού/μηχανών, πως θέτει εν τέλει (ιστορικά συγκεκριμένες) υλικές πραγματικότητες/συνθήκες στην άμεση παραγωγική διαδικασία (απέναντι στις οποίες οι άνθρωποι αντιδράνε υποκειμενικά).

Ας δούμε καλύτερα τι εννοούμε με το παράδειγμα μιας π.χ. της τεχνικής σύνθεσης σε μια επιχείρηση, σε μια συγκεκριμένη εφημερίδα (για την οποία έχουμε εικόνα). Μπορούμε καταρχήν να δούμε σε μια εφημερίδα 4 μεγάλα τμήματα και συνάμα 4 μεγάλες διαιρέσεις/κατηγορίες εργαζομένων: τους δημοσιογράφους (οι οποίοι με τη σειρά τους χωρίζονται σε διαφορετικά υποτμήματα –αθλητικό, πολιτικό, οικονομικό, διορθωτές κ.α.), τους τεχνικούς (σελιδοποιοί, γραφίστες, μηχανικοί υπολογιστών/δικτύου, τυπογραφείο κ.α.), τους διοικητικούς (γραμματεία, λογιστήριο, εμπορικό τμήμα, αγγελίες κ.α.), τους λειτουργικούς (οδηγοί, καθαρίστριες, φύλακες κ.α.). Σε κάθε υποτμήμα υπάρχει και υπεύθυνος/διευθυντής, βοηθός διευθυντή κ.α. (κάθετοι, ιεραρχικοί διαχωρισμοί) και κάποιοι διαφορετικοί ρόλοι για τους «ίδιους», «ανταλλάξιμους» εργαζόμενους π.χ. τους δημοσιογράφους του αθλητικού. Επιπλέον, κάθε τμήμα ή υποτμήμα μπορεί να λειτουργεί σε διαφορετικό χρόνο (βάρδια τυπογραφείου για συντήρηση και βάρδια για εκτύπωση), σε διαφορετικό χώρο (όροφο κτιρίου ή άλλο εξωτερικό χώρο-άλλο κτίριο δηλαδή). Πέρα από την παραπάνω χαρτογράφηση, καλό είναι να κοιτάμε και σε κάθε χώρο, ακόμα και στο ίδιο υποτμήμα, τι άλλες αντικειμενικές διαιρέσεις υπάρχουν π.χ. με βάση την εργασιακή σχέση-δικαιώματα (διαφορετικές συμβάσεις, κάποιοι δουλεύουν με απόδειξη παροχής υπηρεσιών-freelancers κτλ), με βάση το μισθό, ακόμα και με βάση τον εργοδότη (!) π.χ. ένα ολόκληρο τμήμα, ας πούμε το τυπογραφείο, μπορεί να είναι υπεργολαβία, και ενώ «φυσικά» είναι μέρος της εταιρείας, δεν είναι τελικά νομικά.

Ακόμα, πρέπει να δούμε πως κάθε τμήμα/υποτμήμα χρησιμοποιεί άλλα μέσα παραγωγής (ηλεκτρονικούς υπολογιστές, εκτυπωτικά μηχανήματα, βανάκια κ.α.) και υπάρχουν και εργαζόμενοι που στο ίδιο τμήμα χρησιμοποιούν άλλα μηχανήματα (μεγαλύτερης ή μικρότερης αξίας) και έχουν και άλλο βαθμό εργατικής εξειδίκευσης. Η σχέση δηλαδή μεταβλητού και σταθερού κεφαλαίου είναι αντικείμενο μελέτης της τεχνικής σύνθεσης.

Τέλος, σε μελέτες που αφορούν την τεχνική σύνθεση της τάξης γίνονται και αναφορές/περιγραφές του πώς συναρθρώνονται και αναπαράγονται οι άνθρωποι απ’ έξω από τον άμεσο χώρο της παραγωγικής δραστηριότητας τους π.χ. στην οικογένεια (δομή πυρηνικής ή διευρυμένης οικογένειας), στην τοπική κοινωνία (π.χ. πως αναπαράγεται ο άλλος σε μια κοινότητα που ο πληθυσμός συσσωρεύτηκε και ζει από τη βιομηχανική εργασία π.χ. στο Τορίνο στην Ιταλία, σε μια κοινότητα με ακόμα έντονο αγροτικό παρόν ή σε μια σύγχρονη μητρόπολη όπου σε πολλές επιχειρήσεις ο καθένας σχολάει από τη δουλειά και πάει σε τελείως διαφορετικό μέρος να μείνει). Οι μελέτες των μορφών αναπαραγωγής είχαν πολύ μεγάλη βάση την εποχή των πρώτων ερευνών της ταξικής σύνθεσης στην Ιταλία καθότι ολόκληροι πληθυσμοί μετακινούνταν, κατοικούσαν και αναπαρήγαγαν τον ευατό τους με αναφορά το χώρο εργασίας τους π.χ. ολόκληροι πληθυσμοί από το Νότο πήγαιναν στον Ιταλικό Βορρά και έμεναν γύρω από νέο-κατασκευασμένα εργοστάσια. Εμείς μπορούμε να καταλάβουμε την αξία μελέτης των μορφών αναπαραγωγής αν π.χ. εξεταστεί το ζήτημα της αποβιομηχάνισης-ανεργίας-αγώνων με αναφορά π.χ. τη Νάουσα εν συγκρίσει με την Αθήνα. Στη Νάουσα η «έξοδος» σε μια άλλη ανάλογη μισθωτή εργασία είναι σχεδόν αδύνατη. Όσοι δεν μεταναστεύσουν θα αναπαραχθούν μέσα από ένα τοπικό δίκτυο σχέσεων (όπου και διευρυμένες οικογένειες υπάρχουν, και κάποιο αγροτικό εισόδημα, και άμεση σχέση με χωριά και τους πόρους του κ.α.). Στην Αθήνα οι περισσότεροι είναι μισθωτοί και μόνο, δεν έχουν άλλους πόρους, η οικογένεια είναι πυρηνική, οι συγγενείς συχνά απουσιάζουν, οι σχέσεις στην τοπική κοινότητα είναι πιο αποξενωμένες. Αλλά υπάρχουν και πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες εύρεσης μιας ανάλογης μισθωτής εργασίας (π.χ. πολλές εργάτριες που απολύθηκαν από τη βιομηχανία ιματισμού –δες περίπτωση σεξφορμ- εργάζονται τώρα στη βιομηχανία φαρμάκου). Όλα τα παραπάνω επηρεάζουν τον αγώνα, τη μορφή του, το περιεχόμενο του π.χ. στη Νάουσα και με την υπόθεση Τρικολάν, ο κόσμος πιο εύκολα υιοθέτησε την προοπτική του «κοινωνικού μισθού» παρά το «δικαίωμα στην εργασία».


β) ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ είναι το πώς οι άνθρωποι, ως συναρθρωμένη και συγκεκριμένα κατανεμημένη και «οριοθετημένη» εργατική δύναμη, ως εργάτες σε συγκεκριμένες συνθήκες, αναπτύσσουν συμπεριφορές ενάντια στις επιταγές, στις «προδιαγραφές», στη λογική του κεφαλαίου, πως αύτο-οργανώνονται και αγωνίζονται. Βασική παραδοχή του εργαλείου της ταξικής σύνθεσης είναι ότι υπάρχει άμεση σχέση (όχι νομοτελειακή) μεταξύ της τεχνικής σύνθεσης (συνθήκες άμεσης παραγωγικής διαδικασίας, συνθήκες αναπαραγωγής των ανθρώπων) με τις συμπεριφορές, την οργάνωση, τον αγώνα. Με απλά λόγια, πως οι άνθρωποι στρέφουν αυτό που ζούνε, την τεχνική σύνθεση, ενάντια στο κεφάλαιο. Και πως αυτό που ζούνε επηρεάζει τη μορφή, το περιεχόμενο, τις προοπτικές ενός αγώνα. Όπως καταλαβαίνετε, ειδικά για τη μελέτη των συμπεριφορών, απαιτείται συστηματική καταγραφή και άμεση παρουσία σε ένα χώρο, απαιτείται εργατική έρευνα. Άλλωστε σκοπός της εργατικής έρευνας και της μελέτης της ταξικής σύνθεσης δεν είναι να κάνει μια κοινωνιολογική ανάλυση αλλά –σε συνάρτηση με την άμεση παρέμβαση αυτών που κάνουν τη μελέτη- να συμβάλλει στην ανάπτυξη αγώνων. Είναι ένα εργαλείο για αγώνες δηλαδή.

Όσον αφορά την πολιτική σύνθεση, και για να καταλάβουμε το πώς συγκεκριμένες υλικές συνθήκες επηρεάζουν συμπεριφορές, περιεχόμενα, μορφές και προοπτικές ενός αγώνα, μπορούμε να εξετάσουμε ζητήματα όπως:
α) το που δουλεύει ο άλλος και ποια η σχέση του με άλλους εργαζομένους (μαζικός χώρος; σε τμήμα που απαιτεί συνεργασία με άλλους; εξαρτάται από τη δουλειά άλλων ή δουλεύει ατομικά;). Επίσης ζει στην ίδια τοπική κοινότητα με τους άλλους, τους συναντά εύκολα και επικοινωνεί μαζί τους π.χ. συζητώντας τα προβλήματα της δουλειάς; Η΄ μήπως δουλεύει με τους άλλους αλλά αντιμετωπίζει προβλήματα γλώσσας/επικοινωνίας π.χ. ντόπιοι με μετανάστες εργάτες.
β) ποια η σχέση με τα μέσα παραγωγής (τι μέσα παραγωγής χρησιμοποιεί και κατά πόσο τα «κατέχει», είναι δηλαδή εξειδικευμένος; Εργάτες που «κατέχουν» καλά μια μηχανή έχουν και περισσότερη δύναμη. Σήμερα σε πολλά επαγγέλματα αναπόδραστες ανθρώπινες δεξιότητες π.χ. γλώσσα, συναίσθημα, επικοινωνία κτλ. είναι το μέσο παραγωγής, δηλαδή ο ίδιος ο άνθρωπος είναι μια (γνωσιακή, κοινωνική, συναισθηματική) μηχανή παραγωγής π.χ. ένας πωλητής).
γ) ποια η σχέση με το μισθό (π.χ. αλλιώς αντιδρά κάποιος που αμείβεται κυρίως με bonus και αλλιώς κάποια που αμοίβεται με ένα βασικό μισθό όπως όλοι οι άλλοι συνάδελφοι γύρω της),
δ) ποια η σχέση με την εργασία (είναι εκτελεστική-μηχανική-αφηρημένη; είναι εξειδικευμένη-εποπτική; έχει κοινωνική αναγνωρισιμότητα/αξία ακόμα και αν είναι εκτελεστική π.χ. οικοδόμος; Αν π.χ. είναι αφηρημένη-μηχανική, τότε υπάρχει πολύ μεγαλύτερη πιθανότητα να επιτεθεί ο άλλος στον ίδιο τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, την αλλοτρίωση που παράγει, στη «τρέλα της επιχείρησης» και αυτού του κόσμου, και όχι απλά να θεωρεί ότι εκμεταλλεύονται τις δεξιότητες του και δεν του δίνουν π.χ. αρκετό μερίδιο σε χρήματα). Να σημειώσουμε μόνο πως ακόμα και μια διανοητική, και όχι χειρωνακτική δουλειά, μπορεί να είναι αφηρημένη-εκτελεστική π.χ. να σελιδοποιείς κείμενα που σου έρχονται με βάση συγκεκριμένες προδιαγραφές στησίματος του εντύπου.
ε) ποια η δύναμη κάθε εργάτη ενάντια στην επιχείρηση; Π.χ. σε ένα εργοστάσιο 100 ατόμων υπάρχουν στιγμές που ακόμα και ένας μόνο εργάτης μπορεί να σταματήσει την παραγωγή αν δε δουλέψει. Άλλοι εργάτες δεν μπλοκάρουν σχεδόν τίποτα αν δεν εργαστούν.
ζ) ποια η σχέση με το προϊόν; Ένας γραφίστας –όσο εκτελεστική και αν έχει γίνει η δουλειά του- έχει άλλη σχέση με το προϊόν απ’ ότι κάποιος που σκανάρει φωτογραφίες. Ο πρώτος το βλέπει πολύ περισσότερο δικό του, θεωρεί ότι έχει κάποια ποιότητα και κοινωνική αξία-χρησιμότητα, ο δεύτερος το θεωρεί κάτι μηχανικό, κάτι που στο οποίο σημασία έχει περισσότερο η ποσότητα, αποξενώνεται. Ο πρώτος θεωρεί ότι ίσως χρειάζεται περισσότερη ελευθερία στη δουλειά και καλύτερη αμοιβή για αυτό που κάνει, ο δεύτερος θεωρεί την ίδια τη δουλειά στα σκάνερ μαλακία και αρνείται την εργασία του (και έτσι την ηθική της εργασίας) πολύ πιο εύκολα.
η) Ποιες οι δυνατότητες κυκλοφορίας ενός αγώνα; Κάποιοι εργαζόμενοι όχι απλά σταματούν την παραγωγή τη δική τους αλλά μπλοκάρουν και τη δουλειά άλλων. Έχουν περισσότερη δύναμη, έχουν ΥΛΙΚΗ κυκλοφορία του αγώνα π.χ. λιμενεργάτες, μεταφορείς κ.α. Για να το καταλάβουμε αυτό το τελευταίο, σκεφτείτε την απεργία των λιμενεργατών: η παύση της εργασίας τους είναι και παύση ή μείωση της εργασίας πολλών άλλων εργαζομένων (οδηγών, μεταφορέων, αποθηκάριων, πωλητών κτλ). Είναι άμεσο υλικό αποτέλεσμα να σταματάς ή να μειώνεις την εργασία σου, που σε οδηγεί να σκεφτείς γιατί την σταμάτησες/μείωσες, ποιος το προκάλεσε (λιμενεργάτες), τι κάνει αυτός που το προκάλεσε (απεργία) και γιατί το κάνει (εναντίωση στην ιδιωτικοποίηση, ζητάει προσλήψεις, αυξήσεις κτλ). Επίσης νιώθεις ότι τελικά οι εργάτες που απεργούν και εσύ είστε μέρος ενός συστήματος κοινωνικής παραγωγής, ότι τελικά η παραγωγή είναι κοινωνική (παρά την ύπαρξη ατομικής ιδιοκτησίας), δεν παράγει «ο καθένας μόνος του», οι άλλοι εργαζόμενοι «έχουν σημασία».
Αν και όλοι οι εργαζόμενοι έχουν ως ένα βαθμό υλικό αντίκτυπο όταν αγωνίζονται, πολλοί εργαζόμενοι πρέπει να κάνουν γνωστό τον αγώνα τους πολύ περισσότερο «εξωτερικά», μέσω προπαγάνδας και βασικά άμεσων δράσεων (π.χ. οι βιβλιοϋπάλληλοι μπορεί να προκαλέσουν προβλήματα στο χώρο εμπορίας του βιβλίου αλλά χρειάζονται και πολύ περισσότερο τις διαδηλώσεις, τις δράσεις που κλείνουν καταστήματα κτλ. και αναγκάζουν πολλούς εργαζόμενους να σκεφτούν ποιοι απεργούν, γιατί κτλ). Η σχετική αδυναμία άμεσης κοινωνικής υλικής επίδρασης-άμεσης κυκλοφορίας/αίσθησης του αγώνα αντικαθίσταται από πολλούς κλάδους μέσω της χρήσης ή/και ανάπτυξης κοινωνικών δεξιοτήτων, μέσω προπαγάνδας, άμεσων δράσεων κ.α.


Πριν τελειώσουμε να πούμε ότι:
Α) Το εργαλείο της ταξικής σύνθεσης δεν μελετά άμεσα τους ευρύτερους ιδεολογικούς μηχανισμούς τους Κράτους, το ρόλο της ιδεολογίας, των ΜΜΕ κ.α.
Β) Πολλές φορές έχει δοθεί έμφαση στη μελέτη συγκεκριμένων επιχειρήσεων/κλάδων που θεωρούνται «κεντρικοί» για όλη την καπιταλιστική παραγωγή ενός τόπου π.χ. αυτοκινητοβιομηχανία στην Ιταλία το 60/70. Αυτή η «κεντρικότητα» υπάρχει από τη μεριά του κεφαλαίου πραγματικά (όπως π.χ. η σημασία που έχει για το ελληνικό κεφάλαιο οι κατασκευές, και ειδικά στην περίοδο των Ολυμπιακών Αγώνων). Η κεντρικότητα όμως ενός τομέα δεν σημαίνει ότι και οι εργάτες εκεί θα συλλογικοποιηθούν και θα αγωνιστούν de facto. Μπορεί άλλοι εργάτες να συλλογικοποιηθούν και να ξεκινήσουν ένα νήμα αγώνων που θα συμπαρασύρει την εργατική τάξη σε κίνηση. Μπορεί μάλιστα, όπως ιστορικά έχει φανεί, οι αγώνες να ξεκινήσουν έξω από τον άμεσο χώρο παραγωγής, π.χ. στη γειτονιά, και να δώσουν ώθηση στην κίνηση της εργατικής τάξης. Από την άλλη, μια επαναστατική προοπτική ριζικής αλλαγής αυτού του κόσμου δεν μπορεί να αναπτυχθεί αν οι εργάτες των κεντρικών τομέων (ή μη), δεν συμπορευτούν αργά ή γρήγορα με την κίνηση των όποιων αγωνιζόμενων. Ο κίνδυνος απομόνωσης των αγωνιζόμενων είναι ορατός. Στο Μάη του ’68 π.χ. οι φοιτητές ξεκίνησαν τη μάχη αλλά η συμπόρευση και άλλων κομματιών μαζί τους είναι αυτοί που τρόμαξε τους αστούς. Η πτώση του αγώνα στα εργοστάσια απομόνωσε και το φοιτητικό κόσμο.
Γ) Η σύνθεση μπορεί να μελετηθεί και σε «άτυπα» κοινωνικά κομμάτια, που άλλοι τα θεωρούν μέρη της εργατικής τάξης και άλλοι όχι, π.χ. οι φοιτητές. Οι φοιτητές είναι “άτυπο” κοινωνικό κομμάτι γιατί μπορεί να προέρχονται από ποικίλα στρώματα (αστικά, μικροαστικά, εργατικά κ.α.) και να θεωρηθούν «διαταξικό» στρώμα. Έχουν σχετικά εξασφαλισμένο εισόδημα/αναπαραγωγή (κάποιοι) και δεν χρειάζεται να πουλήσουν τη εργατική τους δύναμη και να εκπέσουν στην άμεση εκμετάλλευση της εργασίας τους, στην παραγωγή υπεραξίας για τον κεφαλαιοκράτη. Από την άλλη όμως, συναρθρώνονται και εκπαιδεύονται με τον αλλοτροιωτικό, ετεροκαθορισμένο καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, και ομογενοποιούνται σε μια δύναμη που (ανα)παράγει τον εαυτό της ως μελλοντικό εργαζόμενο, με βάση τον αστικό καταμερισμό γνώσης που οδηγεί και σε συγκεκριμένες –λίγο πολύ- θέσεις εργασίας (σε συγκεκριμένο δηλαδή αστικό καταμερισμό εργασίας). Η εργασία τους στο Πανεπιστήμιο, να αναπαραχθούν ως συγκεκριμένοι μελλοντικοί εργαζόμενοι, είναι πολύ κρίσιμη για το κεφάλαιο, συμβάλλει στην ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΣΧΕΣΗΣ (ακόμα και αν δεν παράγουν άμεσα υπεραξία).
Δ) Η μελέτη της ταξικής σύνθεσης δεν είναι πανάκεια, δεν δίνει νομοτελειακά συμπεράσματα, αλλά από την άλλη επιτρέπει σε κάποιον να κάνει υποθέσεις και να πειραματιστεί, να δοκιμάσει, να θέσει κάποια στρατηγική στον κοινωνικό του χώρο όταν δεν υπάρχει αγώνας με σκοπό την όξυνση του ανταγωνισμού και την πιθανή γέννηση αγώνα. Επίσης μας θυμίζει πως καμιά μορφή οργάνωσης δεν είναι διαχρονική αλλά πως κάθε ταξική σύνθεση γεννάει και άλλες μορφές οργάνωσης των αγωνιζόμενων.
Ε) Η μελέτη της τεχνικής σύνθεσης, ως ένα εργαλείο ανάλυσης, μας δίνει σε μεγάλο βαθμό μια ακτινογραφία των διαιρέσεων, των ιεραρχιών, των μέτρων γενικά που χρησιμοποιούν τα αφεντικά στο χώρο της εργασίας για να ελαχιστοποιήσουν τις πιθανότητες αγώνα και άρνησης. Αποτελεί για τους αγωνιζόμενους ένα εργαλείο κατανόησης των φραγμών που πρέπει να ξεπεράσουν για συλλογικοποιηθούν οι υποκειμενικότητες. Είναι χρήσιμη στο βαθμό που κατηγοριοποιεί, εικονογραφεί τη στρατηγική του κεφαλαίου. Το παράδειγμα της εφημερίδας που αναφέραμε παραπάνω είναι προς αυτή την κατεύθυνση. Αυτά είναι όμως και κατά κάποιο τρόπο τα όρια της.

Εννοούμε πως κανένα υποκείμενο, καμία θέση στην εργασιακή ιεραρχία, κανένα μέγεθος υποτίμησης δεν σημαίνει πολιτικά κάτι από μόνο του για τις δυνατότητες αγώνα. Ιστορικά οι αγώνες δεν πυροδοτήθηκαν μόνο λόγω των αντικειμενικών συνθηκών που επικρατούσαν. Σίγουρα άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο, οι υλικοί όροι της εξέγερσης στο εργοστάσιο, στη γειτονιά, στο σχολείο αντιπροσωπεύουν ένα μέρος της αλήθειας. Υπάρχουν όμως παράγοντες που διαφεύγουν τη μελέτη της τεχνικής σύνθεσης και τους πώς απαντάμε σε αυτή, όπως η κληρονομιά/κουλτούρα αγώνα σε ένα χώρο/τόπο, οι υποκειμενικές δυναμικές των καθαυτών ανθρώπων που εμπλέκονται κ.α.
Πρακτικά δεν μας φαίνεται αρκετό να μελετάμε ξεχωριστά και αποκομμένα από το υπόλοιπο περιβάλλον τη σχέση κεφάλαιο-εργασία στο χώρο του καθημερινού εργασιακού εκβιασμού. Το πλήθος των παραμέτρων και των ιδεολογιών που συγκροτούν το πέλαγος της υποκειμενικότητας δεν προβλέπεται εύκολα, δεν μετράται και σίγουρα δεν εξαιρείται προς χάριν «επιβεβαίωσης των προσδοκιών μας». Έτσι π.χ. η ιδεολογία της πυρηνικής οικογένειας, του εθνικισμού, του ρατσισμού, του σεξισμού κτλ. προφανώς συναντάται σε διαφορετικά υποκείμενα που δουλεύουν στον ίδιο κλάδο ή τομέα και παίζει ρόλο. Είναι ακόμα το επίπεδο και το είδος του γενικού κοινωνικού ανταγωνισμού σε ένα τόπο (και κατ' επέκταση σε κάθε ξεχωριστό έθνος-κράτος) που επηρεάζει τη γέννηση διαδικασιών αγώνα. Για όλους αυτούς τους λόγους, αγώνες ξεσπούν συχνά εκεί όπου δεν το έχει προβλέψει κανείς, και εκεί που «αναμένονταν» αγώνες συντηρείται μια κατάσταση παραίτησης και συνθηκολόγησης.
Ο αγώνας λοιπόν ως μιας στιγμή ρήξης με την εξουσία, εν προκείμενο με το αφεντικό, σε ένα βαθμό μόνο επηρεάζεται από τις συνθήκες τις άμεσης παραγωγικής διαδικασίας. Και η κουλτούρα του αγώνα στην εργασία είναι καταδικασμένη σε αποσπασματικότητα, αν δεν έχει ευρύτερες κοινωνικές και ιστορικές αναφορές, αν δεν αρθρώνεται σε ένα ευρύτερο πολιτικό περιβάλλον. Ολοκληρώνοντας θα λέγαμε ότι η συνείδηση, η σκέψη, η πίστη σε μια διαδικασία αγώνα δεν προκύπτει μόνο από την υλική θέση (αυτή έτσι και αλλιώς υπάρχει), από την θέση στην παραγωγή. Προκύπτει και από την «πολιτική» κοινωνική πεποίθηση/απόφαση και όσα την επηρεάζουν, εννοώντας ως πεποίθηση τη δήλωση του καθενός και της καθεμίας στον εαυτό του/της ότι θέλει να αγωνιστεί για να αλλάξει τη ζωή του/της. Παραφράζοντας τον Άγγλο ιστορικό E.P. Thompson θα λέγαμε ότι οι αγωνιζόμενοι, η τάξη, ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΜΟΝΟ όταν αυτή το αποφασίζει!